Ἀνάρτηση στὶς

Νικολὸ Μακιαβέλλι, Γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Στ΄

μακιαβέλλι-ηγεμόνας-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Ὁ Ἀλέξανδρος Στ΄ δὲν ἔπραξε τίποτ᾿ ἄλλο, οὔτε συλλογίστηκε, παρὰ νὰ ἐξαπατᾷ τοὺς ἀνθρώπους καὶ πάντοτε πετύχαινε· κανείς ἄλλος δὲν ὑπῆρξε ἱκανώτερός του νὰ δίνῃ ἔνθερμες διαβεβαιώσεις κ᾿ ὑποσχέσεις – μ᾿ ὅρκους φρικτούς! – γιὰ τ᾿ ὁ,τιδήποτε· καὶ παραταῦτα κανείς ἄλλος δὲν ὑπῆρξε ποὺ νὰ μένῃ λιγώτερο πιστὸς σ᾿ ἐκεῖνες. Ἀλλὰ οἱ ἀπάτες του ἀπέβησαν πάντα ὑπέρ του, διότι γνώριζε καλά τοῦτο τὸ ζήτημα τῶν ἀνθρωπίνων.

Pope Alexander Vi.jpg
Πάπας Ἀλέξανδρος Στ΄.
Von Cristofano dell’Altissimohttp://www.comune.fe.it/diamanti/mostra_lucrezia/quadri/q08.htm, Gemeinfrei, Link
Ἀνάρτηση στὶς

Ἡ ἔναρξη τοῦ «Ἐνὼχ Ἄρντεν»

alfred-tennyson-ενώχ-άρντεν-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Σειρὲς μακριές μὲ βράχια ἔχουνε φτειάξει χάσμα
καὶ μές στὸ χάσμα ἀφρὸς καὶ κίτρινη ἄμμος·
στὸ βάθος στέγες κόκκινες σὲ στενή ἀποβάθρα
πλάι-πλάι· παραπέρα, ἕνα ἐκκλησάκι· πιό πάνω
δρόμος μακρύς πρὸς ἕναν ψηλό, σὰν πύργο, μύλο·
παραπίσω στὸν ὁρίζοντα σταχτὴς ἀμμόλοφος
μὲ τάφους Δανικούς· ἐκεῖ δασάκι ἀπὸ φουντουκιὲς
ποὺ στοιχειώνεται ἀπὸ φθινοπωρινοὺς συλλέκτες
καὶ καταπράσινο, ἀνθίζει στὴν κατηφοριά…

Στὴν παραλία τούτη – πᾶν ἑκατὸ χρόνια –
τρία παιδιὰ ἀπὸ τρία σπίτια: ἡ Ἄννα Λή,
ἡ ὀμορφότερη κοπέλα στὸ λιμάνι ὁλάκερο,
ὁ Φίλιππος Ρέυ, ὁ μοναχογιὸς τοῦ μυλωνᾶ,
κι ὁ Ἐνὼχ Ἄρντεν, τὸ παλληκάρι ἑνὸς ναύτη
σὲ ναυάγιο σκοτωμένου, παίζανε μαζὶ
μές σὲ σκουπίδια καὶ σὲ σανίδες πεταμένες,
σὲ καραβόσκοινα, στὰ δίχτυα τῶν ψαράδων,
σ᾽ ἄγκυρες ὅλο σκουριά, σὲ βάρκες ἔξω τραβηγμένες·
παλάτια χτίζανε οἱ τρεῖς τους πάνω στὴν ἄμμο
καὶ βλέπαν πῶς πλημύριζαν χαλῶντας τα
τ᾽ ἄσπρο κῦμα, σὰν αὐτὸ καθημερνὰ
ἔσβηνε τὶς μικρὲς πατημασιές τους.

Κάτω ἀπ᾽ τὰ βράχια βρισκότανε στενὴ σπηλιά·
τὴν εἶχαν τὰ παιδιὰ γιὰ νοικοκυριὸ καὶ παίζαν:
Ἦταν ὁ Ἐνὼχ μιὰ μέρα ὁ νοικοκύρης, ὁ Φίλιππος τὴν ἄλλη
καὶ π ά ν τ α ἡ Ἄννα, ἡ κυρά· μὰ κάποτε
ἤθελε ὁ Ἔνώχ «ἰδιοκτήτης» νάναι μ ι ὰ β δ ο μ ά δ α:
«Αὐτό εἰναι τὸ σπίτι μου, κι αὐτή εἰν᾽ ἡ κοπελιά μου!»
«Καὶ δικιά μου!», ἔλεγε ὁ Φίλιππος. «Μὲ τὴ σειρά!..»
Ὁ Ἐνώχ, ὅταν μαλώνανε, σὰν πιό χεροδύναμος,
νικοῦσε καὶ τοῦ Φίλιππου τὰ γαλανά τὰ μάτια
γεμίζανε μὲ δάκρυα θυμωμένα κι ἀβοήθητος
φώναζε: «Σὲ μ ι σ ῶ, Ἐνώχ!»· μὰ τότε
ξεκίναγε νὰ κλαίῃ ἡ μικρὴ νοικοκυρά –
ἱκέτευε – γιὰ χάρη της! – νὰ μή μαλώνουνε·
κ᾽ ἔλεγε πὼς καί τῶν δ υ ό τους θάναι νύφη.

Μά, σὰν ἡ αὐγὴ τῶν παιδικῶν τῶν χρόνων ἔφυγε
καὶ τὴ νέα θερμότητα τοῦ ἀνερχόμενου ἥλιου τῆς ζωῆς
ἔνοιωσε καθείς, κ᾽ οἱ δ υ ό τους ἐρωτευτήκανε
τὸ ἴ δ ι ο αὐτὸ κορίτσι. Πρῶτος μίλησε ὁ Ἐνώχ,
ὅμως ὁ Φίλιππος τὴν ἀγαποῦσε σιωπηλά· καὶ τὸ κορίτσι
φαινότανε νὰ συμπαθῇ περσότερο τὸ Φίλιππο,
μὰ τὸν Ἐνώχ ἀγάπαγε… χωρίς νὰ τὸ γνωρίζῃ…
Κι ἂν τὴ ρωτοῦσαν, θὰ τὸ ἀρνιόταν! Κ᾽ ἔβαλε ὀ Ἐνὼχ
ἕνα σκοπὸ στὸ νοῦ του μέσα πρῶτο:
ὅ,τι κι ἂν κέρδιζε στὴν ἄκρη νὰ τὸ βάζῃ
καὶ ν᾽ ἀγοράσῃ βάρκα καὶ σπιτικὸ νὰ στήσῃ
γιὰ τὴν Ἄννα. Πρόκοψε λοιπὸν στὸ τέλος,
γιατὶ τυχερώτερος καὶ τολμηρότερος ψαρᾶς,
στὰ δύσκολα προσεκτικώτερος, κανένας δὲν ἀνάσαινε
γιὰ λεῦγες πόσες σὲ τοῦτο τ᾽ ἀκρογιάλι
ἐκτός ἀπ᾽ τὸν Ἐνώχ… Ἐργάστηκε ἕνα χρόνο
ὡς ἔμπορος σὲ πλοῖο κ᾽ ἔγινε μὲ τὸν καιρὸ
ναύτης πρώτης. Τρίς ἐγλύτωσε τὴ ζωή του
ἀπ᾽ τῆς θάλασσας τὰ τρομερά τὰ ρεύματα
κι ὅλοι τὸν κοίταζαν μὲ δέος καὶ μ᾽ ἀγάπη…
Προτοῦ πατήσῃ τὸ Μάη στὰ εἴκοσι ὀχτώ του,
ἀγόρασε δικιά του βάρκα κ᾽ ἔχτισε τὸ σπίτι
γιὰ τὴν Ἄννα, σὰ μιὰ φωλιὰ χαρούμενη, στὴ μέση
τοῦ δρόμου τοῦ στενοῦ ποὺ πήγαινε στὸ μύλο.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπὸ τή «Μέττα Σοῦττα» στόν «Πρώιμο Βουδδισμό»

Thomas William Rhys Davids. Πρώιμος Βουδδισμός.

Ὅπως ἡ μάνα, μὲ κίνδυνο ἀκόμα καὶ τῆς ζωῆς της, προστατεύει τὸ μοναχογιό, ἔτσι νὰ καλλιεργῆται κ᾿ ἡ ἀπεριόριστη Ἀγάπη γιὰ κάθε ὄν· γιὰ ὅλον τὸν Κόσμο – πάνω, κάτω, ὁλόγυρα –, μιὰ καρδιὰ ἀγαπητικὴ καὶ σπάταλη, ἀνίδεη ἀπ᾿ τὴν αἴσθηση τῶν διαφορετικῶν ἢ ἀλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Ἂς διατηρῆται ἡ ἐπιμέλεια, ὅσο μένῃ κάποιος ξύπνιος -εἴτε στέκεται, περπατάει ἢ εἶναι ξαπλωμένος. Αὐτὴ ἡ κατάσταση τῆς καρδιᾶς εἶναι ἡ βέλτιστη στὸν Κόσμο.

Ὁ νοῦς μας δέ θὰ παλινῳδῇ. Δέ θὰ ξεστομίσουμε κουβέντα πονηρή. Θὰ συμμορφωθοῦμε μὲ φροντίδα, συμπόνια κι Ἀγάπη στὴν καρδιά -ἄδειοι ἀπὸ κακία. Καὶ θὰ καλύπτουμε κάθε ἄλλον μὲ τὶς ἀχτῖδες τῆς ἀγαπητικῆς μας σκέψης. Μ᾿ αὐτό τὸ συναίσθημα, ὡς βάση, θὰ κατακλύσουμε τὸν Κόσμο: μ᾿ ἀγαπητικὴ σκέψη, ποὺ θὰ φτάσῃ μακριά καὶ θὰ μεγαλώσῃ πολύ -ἀπεριόριστα· θἄμαστε ἄδειοι ἀπὸ θυμὸ καὶ κακὴ βούληση.

Ὅλα τὰ μέσα ποὺ λαμβάνονται ὡς βάση γιὰ τὴν Ὀρθὴ Πράξη, δέ φτουρᾶνε μπρὸς στὸ δέκατο ἕκτο μέρος τῆς ἀποδέσμευσης τῆς καρδιᾶς μέσῳ τῆς Ἀγάπης. Αὐτὴ τ᾿ ἀναλαμβάνει ὅλα, ξεπερνῶντας τα σ᾿ ἀκτινοβολία καὶ δόξα -ὅπως τὸ φῶς κάθε ἄστρου δὲν ἐπισκιάζει τὸ δέκατο ἕκτο μέρος τῆς ἀκτινοβολίας τοῦ φεγγαριοῦ. Αὐτὴ τὰ ἐπισκιάζει ὅλα τους ξεπερνῶντας τα σὲ φῶς καὶ δόξα -ὅπως στὸν τελευταῖο μῆνα τῶν βροχῶν – στὸ θερισμό –, ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει στὸν καθαρό, ἀνέφελο οὐρανό, διώχνοντας τὴ σκοτεινιὰ ἀπ᾿ τὴν ἐπικράτεια τοῦ Χώρου -λαμποκοπάει στὴ δόξα του· ὅπως, ὅταν χαράζῃ, ὁ Αὐγερινὸς ἐπισκιάζει τ᾿ ἄλλα τ᾿ ἄστρα ἔνδοξα ἀκτινοβολῶντας. Ἔτσι, τὰ μέσα ποὺ μποροῦν νὰ βοηθήσουν στὴν Ὀρθὴ Πράξη, δέ φτουρᾶνε μπρὸς στὸ δέκατο ἕκτο μέρος τῆς ἀποδέσμευσης τῆς καρδιᾶς διὰ τῆς Ἀγάπης.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπὸ τὸ ὀπισθόφυλλο τῆς «Γραμματικῆς Τέχνης»

διονύσιος-θράξ-γραμματική-τέχνη-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τῆc γραμματικῆc εἰμι τέχνηc πυξίον
εὔληπτον, εὐcύνοπτον, ἐcτενωμένον,
cαφέc, καθαρόν, εὐκρινέc -γεγραμμένον
πρὸc πεῦcιν ἰθύνουcαν εἰc ἀποκρίcειc·
ὁ γὰρ τρόποc φέριcτοc εἰc τὸ συνέχειν
ἅπαν λόγου μάχημα τοῖc λογεμπόροιc.

Ἀνάρτηση στὶς

Οἱ πρῶτοι στίχοι ἀπὸ τή «Γραμματική» τοῦ Μιχαὴλ Ψελλοῦ

μιχαήλ-ψελλός-γραμματική-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μελετῶ σοι Γραμματικῆς καὶ τῆς Ὀρθογραφίας –
πρῶτος αὕτη θεμέλιος καὶ βάσις μαθημάτων.
Οὐκ ἔστι δὲ μονότροπος οὐδὲ κοινὴ καὶ μία,
ἀλλ᾽ ἔχει γλώσσας καὶ φωνὰς καὶ πέντε διαλέκτους:
Αἰολικήν, Ἰωνικήν, Ἀτθίδα καὶ Δωρίδα
καὶ τὴν συνήθη καὶ κοινὴν καὶ κατημαξευμένην.
Ἑκάστη δὲ διάλεκτος ἔχει φωνὰς ἰδίας.
Ἡ δὲ κοινή, κἂν πέφυκεν ἄθροισμα τῶν τεσσάρων,
ἀλλ᾽ ἔστι καὶ μονότροπος, ἄλλη παρὰ τὰς ἄλλας.

Ἀνάρτηση στὶς

Τὸ φῶς φέρνει τὰ πάντα…

φάος-ηελίοιο-ήλιου-φως-ιλιάς-όμηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

ἀέκουσιν ἔδυ φάος
ἀθέλητά τους ἔδυσε τὸ φῶς
Ἰλιὰς ραψῳδία Θ, στίχος 487

Τὸ φῶς φέρνει τὰ πάντα:

ζ ω ή· χαρά, εἰρήνη, γνώση, ἔρωτα·

τρόμο, φθόνο, πόλεμο καὶ μάχη· θ ά ν α τ ο.

Δέ διστάζει τὸ φῶς νὰ κάνῃ τὸ δικό του.

Ξεχνάει τὶς ἐλπίδες τοῦ ἀνθρώπου.

Δέ λογαριάζει τὴν αὐθορμησία του.

Τὸ φῶς μᾶς καθιστᾷ ὑπαρκτούς καὶ μᾶς ἐξολοθρεύει.

Οἱ ἀχτῖδες ἄλλοτε φτάνουνε χάδι στὸ δέρμα -ἄλλοτε καρφιά σὲ διαμπερῆ τραύματα.

Τὸ φῶς τὰ κάνῃ ὅλ᾿ αὐτά.

Νὰ τὸ θυμᾶται αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μήν πάῃ μακρύτερα ἀπ᾿ τὸν ἥσκιο του.

Νὰ μή ζητάῃ πολλά, ἐπειδὴ τοῦ ᾿λαχε κάτι κ᾿ ἐκεῖνος νὰ βλέπῃ..- νὰ χαίρεται τὶς μορφὲς καὶ τὰ χρώματα.

Νὰ τὸ θυμᾶται αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος.

Νἄχῃ μιὰν ἁπλότητα στὸ βλέμμα του ὅμοια μὲ τοῦ τοπίου τῆς Ἰλιάδος:

Λιθάρι πάνω σὲ λιθάρι -ἥσκιος σ᾿ ἥσκιον πάνω,
χέρι σὲ χέρι πάνω -σὲ καρδιά, καρδιά ἀλλη μέσα,
ζωή νὰ στέκῃ ὁλόγυρα καὶ θάνατος στὴ μέση.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπὸ τὸν πρόλογο γιὰ τή «Νόρμα»

ερρίκος-ίψεν-νόρμα-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τὸ ἴδιον ἀπόγευμα, εἴδομεν τὴν Νόρμαν τοῦ Μπελλίνι, καὶ ἐξαίφνης κατενοήσαμεν: Τὸ Κοινοβούλιον ἀποτελεῖ ταλαντοῦχον λυρικὸν θίασον!.. Δέ θὰ ἐπαναλάβωμεν, εἴτε εἰς ἑμαυτούς, εἴτε εἰς τὸν ἀναγνώστην, τὴν ἅλυσον τῶν ἐπιχειρημάτων ἃ ὡδήγησαν ἡμᾶς εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο· διατί, ποῖος, ἀλήθεια, δέν γιγνώσκει τὴν μαγευτικὴν δύναμιν τῆς Μουσικῆς, ποῖος ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὴν Μουσικήν ἐδόθη ἡ ἁρμοδιότης νὰ κόπτῃ, μετὰ τοῦ ἀλεξανδρείου φασγάνου, τὸν Γόρδιον Δεσμὸν τῆς Σκέψεως καὶ νὰ ἐκτινάσσῃ ἡμᾶς πέραν τῆς σπειροειδοῦς ἀτραποῦ τῆς Λογικῆς μετὰ ταχυτήτος φωτός -νὰ μᾶς ἐναποθέτῃ εἰς τόπον ἀνέλπιστον προτέρως;!. Ὅμως, ὅσο προσεκτικώτερον ἐξητάζομεν τὴν περίπτωσιν, τοσοῦτον ἐναργεστέρα καθίστατο.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπ’ τίς «Παιδικὲς μνῆμες» στή «Νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ»

ερρίκος-ίψεν-νύχτα-τ-αγιαννιού-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μὰ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ, τὰ πράματα κυλοῦσαν πιό χαρούμενα: Δέ γιορταζόταν ἀπ᾽ ὅλους μαζί· τ᾽ ἀγόρια κ᾽ οἱ νέοι τῶν πόλεων χωρίζονταν σὲ συντροφιὲς τῶν πέντε-ἕξι ἀτόμων καὶ ψάχνανε νὰ βροῦν καύσιμη ὕλη γιὰ τὴ δικιά τους τὴν πυρά… Ἤδη, ἀπ᾽ τὴν Πεντηκοστή, μαζευόμασταν καὶ πηγαίναμε στὰ ναυπηγεῖα καὶ τὰ καταστήματα τοῦ Σιὲν νά «ἱκετεύσουμε» γιὰ κάνα βαρέλι πίσσα..- παράξενο ἔθιμο ποὺ βαστοῦσε ἀπὸ καιροὺς λησμονημένους… Γιὰ ὅ,τι δέν παίρναμε μὲ σύμφωνη γνώμη, μὰ τὸ κλέβαμε, μήτε ὁ ἰδιοκτήτης, μήτε ἡ ἀστυνομία σκέφτονταν ποτὲ νὰ μᾶς ἐπιπλήξουν κάπως. Ὁπότε, μιὰ συντροφιὰ ἅρπαζε ἔτσι ὁλόκληρη στοίβα ἀπὸ βαρέλια πίσσα!.. Τὸ ἴδιο πάνω χέρι εἴχαμε καὶ στὶς παληές τὶς βάρκες!: Ἂν καταφέρναμε ν᾽ ἀποφύγουμε τὰ ἐμπόδια στὴ στεριά, μπορούσαμε νὰ τὶς τραβήξουμε μακριὰ μὲ τὴν ἡσυχία μας καὶ νὰ κρατήσουμε τὰ λάφυρα· εἴχαμε μ᾽ ἀσφάλεια ἀποθηκευμένο ὅ,τι ἦταν ἰδιοκτησία μας πιὰ ἤ,.. τέλοσπάντων,.. δέν τὄχε κάποιος ἄλλος διεκδικήσει… Οἱ βάρκες περιφέρονταν – μέρες πρὶν ἀπ᾽ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ – θριαμβικά στὰ σοκκάκια πρὸς τὸ σημεῖο τῆς πυρᾶς. Στὴ βάρκα μέσα καθόταν ἕνας βιολιστὴς κ᾽ ἔπαιζε· τὄχα δεῖ πολλές φορὲς καὶ κάποτε εἶχα συμμετάσχει καὶ σὲ μιὰ τέτοια πομπή…

Ἀνάρτηση στὶς

«Γέννα καὶ τοκετός» ἀπὸ τὴν «Ἀνδροδικία»

ἀνδροδικία-θεοδόσης-ἀγγ-παπαδημητρόπουλος

ΜΑΡΤΥΡΑΣ B΄:
Ἡ ἀγάπη πάντα τρυπάει τὸ λογισμό·
κ᾽ ἡ δικιά μου ἡ ἀγάπη – τοῦ πατέρα ἡ ἀγάπη –
δὲν ἔχει ἀνάλογο. Γιατὶ μπορεῖ ἡ γυναῖκα νὰ τίκτῃ,
ἀλλὰ ἀπὸ τὸν πατέρα ξεκινάει ἡ ζωή –
αὐτός γεννάει, ὅπως λέγαν οἱ Ἀρχαῖοι.

ΕΝΑΣ ΕΝΟΡΚΟΣ (Μουρμουριστά):
Ἀνάθεμα τοὺς Ἀρχαίους καὶ τί καταλαβαίνετε.

Ἀνάρτηση στὶς

«Ἐλπίδα», ἀπὸ τόν «Ἀμφιτρύωνα»

αμφιτρύων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

ΣΩΣΙΑΣ:

Γιατί βασανιζόμαστ᾽ ἔτσι;..
Πάντοτε παιδεμός…
Πάντοτε μισή ἡ ψυχή,
στὸ μέσο ἡ ἀγωνία.
Καὶ κάπου κεῖ στὴν ἄκρη
νὰ τρεμοσβήνῃ τόση δὰ
ἡ Ἐλπίδα -τὸ κοριτσάκι
μὲ τὸ φιμωμένο στόμα…

Ἀνάρτηση στὶς

Ὀπισθόφυλλο τοῦ «Πρὸς ἑαυτούς»

προς-εαυτούς-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μᾶς ρώτησε κάποτε: «Ποιός πιστεύετε πὼς εἶμαι πραγματικά;» Ἀρχίσαμε νὰ λέμε ὁ καθένας μας μὲ τὴ σειρά..- τόσες μποῦρδες μαζεμένες δέν ἔχω ματακούσει! Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, μοῦ κάνει ἐντύπωση πὼς δέ σκάσαμε στὰ γέλια. Ἀφότου μίλησε κι ὁ τελευταῖος, μᾶς κοίταξε καλά-καλά, ξέχωρα τὸν καθένα, κ’ εἶπε: «Ἀκόμα, δέν ἔχετε καταλάβει…» «Πές μας!», τοῦ φωνάξαμε. «Πές μας ἐσύ, ποιός εἶσαι τάχα!» Τότε, μᾶς ἔδειξε σιωπηλὰ ἕναν-ἕναν. Γίναμε μεμιᾶς στῆλες ἅλατος… Ὅταν ἔφτασε σὲ μένα, κοπήκανε τὰ ἥπατά μου: Σημάδευε ἴσια στὸ μέτωπο, ἀνάμεσα στὰ μάτια! Ἀπὸ μακριά, ἐκεῖνο τὸ δάχτυλο ἔδειχνε κ’ ἔκοβε σὰ λεπίδι.

Ἀνάρτηση στὶς

«Οἰκονομικὲς συνθῆκες στὴν ἀρχαία Ἰνδία» ἀπὸ τόν «Πρώιμο Βουδδισμό»

Thomas William Rhys Davids. Πρώιμος Βουδδισμός.

Ἀναμφισβήτητα, ἕνας λόγος τῆς ἐπισταμένης ἐνασχόλησης μ᾿ ἠθικὰ καὶ φιλοσοφικὰ ἐρωτήματα, ἦταν οἱ τότε οἰκονομικὲς συνθῆκες. Καμμιά ἀπ᾿ τὶς δυσκολίες τῶν κατοπινῶν καιρῶν δὲν ἦταν τόσο αἰσθητή. Ὁ πληθυσμὸς πρὸς συντήρηση ἦταν μᾶλλον καὶ μετὰ βίας τὸ ἕν δέκατο τοῦ ἀντίστοιχου σημερινοῦ· ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ἰδιοκτῆτες γῆς κατοίκους χωριῶν μὲ δική τους ἐδαφικὴ περιουσία, ἐποπτευόμενων ἀπὸ ἀξιωματούχους ἐκλεγμένους ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους τοὺς χωρικούς· ἔθιμα πανάρχαια περιώριζαν δὲ τὴν ἐξουσία… Φόρο δεκάτης σὲ εἶδος λάμβανε ἡ Διοίκηση -εἴτε ἦταν τοπικὴ δημοκρατία, εἴτε μακρινὸς βασιλιᾶς. Οἱ βασιλεῖς προχωροῦσαν ἐνίοτε σὲ δωρεὰ χωριοῦ, ὅπως λεγόταν, σ᾿ εὐγενῆ, ἀξιωματοῦχο ἢ ἱερέα. Ὅμως, αὐτὸ ἀφοροῦσε μόνο στὶς ληξιπρόθεσμες ὀφειλὲς πρὸς τὴ Διοίκηση· ἡ γῆ συνέχιζε ν᾿ ἀνήκῃ στοὺς χωρικούς, ἢ τὴν κοινότητά τους. Ὑπῆρχαν καὶ λίγες, μεμονωμένες μεγαλοϊδιοκτησίες, ὅπου κάποιος πλούσιος εἶχε προχωρήσει σ᾿ ἀποψίλωση τοῦ δάσους μὲ μισθωτὴ ἐργασία.

Ἀλλὰ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν ἦταν μικρός· ἡ μισθωτὴ ἐργασία θεωροῦνταν ἀπ᾿ τὸν ἐλεύθερο πολίτη ταπεινωτικὴ καί, ἂν ἀκόμα ἡ ἀποδοχὴ ἑνὸς αὐτοαπασχολούμενου σ᾿ ὑφιστάμενη κοινότητα χωρικῶν ἦταν δύσκολη, βρίσκονταν πολλὲς γαῖες ἀνένταχτες σ᾿ οἰκισμὸ καὶ προσβάσιμες στοὺς καταπατητές. Τὸ εὐρέως διαδεδομένο ἐσωτερικὸ ἐμπόριο ἄνοιγε ἄλλους ὁρίζοντες, κ᾿ οἱ συντεχνίες τῶν χειρώνακτων, ὠργανωμένες ἀπ᾿ τὴ γερουσία τους, πρόσφεραν ἀπασχόληση σ᾿ ὅσους κατάφερναν νὰ εἰσέλθουν στὶς τάξεις τους.

Ἐνῷ, ἐξαιτίας τῶν προηγουμένων, ὑπῆρχε λίγη φτώχεια, ὁ ἀριθμὸς ὅσων μποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν πλούσιοι γιὰ τὰ δεδομένα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς (πόσο μᾶλλον τῆς δικιᾶς μας), ἦταν ἐξίσου ἀρκετὰ περιωρισμένος. Μαθαίνουμε γιὰ μιὰ χούφτα ράγια καὶ μαχαραγιάδων, ποὺ τὸ εἰσόδημά τους ἦταν κυρίως κάποιοι ἔγγειοι φόροι, καθὼς καὶ μερικὲς ληξιπρόθεσμες ὀφειλὲς κ᾿ ἔκτακτες ἀμοιβές. Ἐπίσης, ἀναφέρεται σημαντικὸς ἀριθμὸς πλούσιων εὐγενῶν, κάποιοι εὔποροι ἱερεῖς καὶ κάμποσοι ἑκατομμυριοῦχοι ἔμποροι σὲ λίγες μεγάλες πόλεις. Δέν ὑπῆρχαν μεγάλοι κατασκευαστὲς κ᾿ ἰσχυροὶ γαιοκτήμονες.

Οἱ ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων ἦταν μικρές. Ἡ πλειοψηφία τους ἀποτελοῦνταν ἀπὸ νοικοκύρηδες χωρικοὺς ἢ χειρώνακτες μέ, κατὰ κύριο λόγο, δική τους γῆ -ἀνθρώπους ἀμέριμνους γιὰ τὰ προβλήματα τῆς φτώχειας… ἢ τοῦ πλούτου…

Ἀνάρτηση στὶς

Πρόλογος ἀπὸ τήν «Ἀνδροδικία»

ἀνδροδικία-θεοδόσης-ἀγγ-παπαδημητρόπουλος

Κέντρο ψηλά, ἡ ΠΡΟΕΔΡΟΣ.

Ἀριστερὰ ψηλά, ἡ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ.

ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ:
Τὸ πρωὶ τῆς δευτέρας Ἰουλίου,
σύμφωνα μὲ τὴν ἰατροδικαστικὴ ἐξέταση,
βρέθηκε στὸ συζυγικὸ κρεβάτι
νεκρή, ἀπ᾽ τὴν προηγουμένη νύχτα,
ἡ γυναῖκα τοῦ κατηγορουμένου
ὕστερ᾽ ἀπὸ θανατηφόρο δόση
μορφίνης. Ἡ τοξικολογική ἐξέταση ἔδειξε
καὶ μεγάλες συγκεντρώσεις ἀλκοόλης.

Τὰ πάντα, ἀρχικῶς, κατέτειναν
στὴν περίπτωση αὐτοκτονίας.
Ἕνα στοιχεῖο, ὅμως, φανερώνει
ὅτι ἡ πράξη, στὴν πραγματικότητα,
ἦταν προσχεδιασμένη δολοφονία:
Ἐπιστολὴ ἰδιόχειρη τοῦ κατηγορουμένου,
τῆς τριακοστῆς Ἰουνίου, ἀπευθυνόμενη στὸ θῦμα,
βρέθηκε πάνω στὸν καθρέπτη τῆς κρεβατοκάμαρας·
μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρεται στὴν κατακλείδα:
Νὰ πέθαινες! Ἡ ζωή σου νἄπαυε!
Νὰ μήν εἰχα τὴ μνήμη ἀπ᾽ τὰ παληά.

Ἐπισταμένη πραγματογνωμοσύνη
ἔδειξε ὅτι εἰσήγαγε τὴ βελόνα
μὲ τὴ θανατηφόρο δόση τῆς μορφίνης
στοῦ θύματος τὴ φλέβα, κάποιος τρίτος!

Βάσει καὶ ἄλλων στοιχείων ποὺ θὰ παρουσιαστοῦν
σαφῶς καὶ καταλεπτῶς ἐν συνεχείᾳ,
ὁ κατηγορούμενος συνελήφθη
τοῦ ἐγκλήματος τὴν ἑπομένη ἡμέρα,
καὶ πλέον δικάζεται σήμερα,
ἐνώπιον τοῦ ἀξιότιμου δικαστηρίου Σας,
ὁ ἴδιος ὡς ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς
γιὰ τὴ δολοφονία τῆς συζύγου του.

Σήμερα θὰ κριθῇ καὶ θὰ δικαστῇ λοιπὸν
ἕνας ἄνδρας ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν ἐνόρκων –
ἐξίσου ἀποτελούμενο καὶ ἀπὸ τὰ δύο φῦλα.
Σήμερα θὰ ζυγισθῇ ἡ συνείδηση
ἑνὸς ἀνδρὸς ἀπ᾽ τοὺς ἐκπροσώπους
τῆς κοινωνίας μας, ὅπως ἔμαθε ἐπὶ αἰῶνες
νὰ ζῇ καὶ νὰ δέχεται τὶς πράξεις τῶν μελῶν της.
Σήμερα, γι᾽ ἄλλη μιὰ φορά, θὰ μετρηθῇ
ἡ ἴδια ἡ κοινωνία· θὰ μετρηθῇ καὶ θ᾽ ἀποφασίσῃ
ποιά μελλοντικὴ ὁδὸ θὰ ἀκολουθήσῃ.

Ἀνάρτηση στὶς

Γιὰ τὸν Μιχαὴλ Ψελλό

μιχαήλ-ψελλός-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Ὑπῆρξε ἀπ᾽ τοὺς σημαντικώτερους λογίους τῆς ἐποχῆς του στὸν πολιτισμένο κόσμο (1018-96 μ.Χ.). Ἀσχολήθηκε μὲ τὴν Πολιτική, τὴν Ἀστρονομία, τὴν Ἰατρική, τὴ Μουσικὴ Θεωρία, τὴ Θεολογία, τὴ Νομική, τὴ Φυσική, τὴ Γραμματική, τὴ Μαγεία καὶ τὴ Δαιμονολογία. Ἦταν γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας τῆς Κωνσταντινούπολης. Βαφτίστηκε Κωνσταντῖνος· ὅταν, ὄμως, εἰσῆλθε στὶς τάξεις τοῦ μοναστηρίου τῆς Βιθυνίας, ἐπέλεξε τ᾽ ὄνομα: Μιχαήλ -τοῦ ἀρχαγγέλου πού, κατὰ τὴν παράδοση, ἐλέγχει κ᾽ ὑποτάσσει τοὺς δαίμονες.

Διετέλεσε σύμβουλος αὐτοκρατόρων [Κωνσταντῖνος Θ΄ ὁ Μονομάχος (1042-55), Θεοδώρα (1055-6), γιὰ τὴ μετάβαση ἀπ᾽ τὴ βασίλεια τοῦ Ἰσαὰκ Κομνηνοῦ σ᾽ ἐκείνη τοῦ Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα (1059 -στὸν ὁποῖο ἀφιερώνεται ἡ μία ἐκ τῶν δύο σῳζομένων ἐκδοχῶν τῆς Γραμματικῆς), καθὼς κι ἀπ᾽ τοῦ Ρωμανοῦ Δ΄ τοῦ Διογένη στοῦ Μιχαὴλ Ζ΄ τοῦ Δούκα (1071)]. Ἐπειδὴ τ᾽ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα σταματοῦν γύρω στὰ 1075, ὡρισμένοι μελετητὲς πιστεύουν πώς, μᾶλλον, πέθανε λίγο μετὰ τὴν πτώση τοῦ Μιχαὴλ Ζ΄ τὸ 1078.

Εἶχε δάσκαλο τὸν ὑμνογράφο καὶ ρήτορα Ἰωάννη Μαυρόποδα. Ἔγινε πρῶτος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Κωνσταντινούπολης (Πανδιδακτήριον τῆς Μαγναύρας -ἱδρύθηκε ἀπ᾽ τὸ Θεοδόσιο Β΄ τὸ 425 μ.Χ.) ἐπὶ Κωνσταντίνου Μονομάχου, ὕστερ᾽ ἀπ᾽ τὴ μεταρρύθμιση ποὺ πρότασσε τὶς ὁμηρικὲς καὶ νεοπλατωνικὲς σπουδές, ἀντὶ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ Θεολογία κι Ἀπολογητική. Ὑπηρέτησε κι ὡς δικαστής. Ἡ παραγωγή του περιλαμβάνει: ἱστορικὰ συγγράματα· ἐπιστημονικὲς διατριβές· φιλοσοφικὲς καὶ θεολογικὲς μελέτες· δικονομικὲς καταγραφές· ρητορικοὺς λόγους· σατιρικά, ἐπιγραμματικὰ καὶ διδακτικὰ ποιήματα (ὅπως αὐτή ἡ Γραμματική)· ἐγκυκλοπαιδικὰ λήμματα· παραφράσεις ἀρχαίων ἔργων· ἐπιστολές.

Ἀνάρτηση στὶς

Γιὰ τὸν Alfred Tennyson

alfred-tennyson-george-frederik-watts-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Κυκλοφορεῖ στὶς ἐκδόσεις τὸ ἀφηγηματικὸ ποίημα Ἐνὼχ Ἄρντεν τοῦ ποιητῆ σὲ μετάφραση Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Ὁ ποιητὴς γεννήθηκε στὶς 6 Αὐγούστου 1809 στὸ Σόμερσμπυ τοῦ Λίνκολνσάιρ στὴν Ἀγγλία.

Τὸ 1823-4 γράφει τὸ πρῶτο του ἔργο: μιὰ μίμηση ἐλισαβετιανοῦ δράματος, τὸ Διάολο καὶ τὴν κυρά του. Τὸ 1827 ἐκδίδει τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογή: Ποιήματα ἀπὸ δυὸ ἀδέρφια, μαζὶ μὲ στίχους τοῦ ἀδερφοῦ του Τσάρλς. Τὴν ἴδια χρονιὰ εἰσέρχεται στὸ Κολλέγιο τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Καίμπριτζ.

Tὸ 1829 κερδίζει τὸ χρυσὸ μετάλλιο τῆς Καγκελλαρίας μὲ τὸ ποίημά του Τιμπουκτού.

Τὸ 1830 ἐκδίδεται ἡ δεύτερη συλλογή του· δυὸ χρόνια ἀργότερα ἀκολουθεῖ ἡ τρίτη, τὸ 1842 ἡ τέταρτη. Τὸ 1847 δημοσιεύεται ἡ Πριγκήπισσα.

Τὸ 1850 νυμφεύεται τὴν Ἔμιλυ Σέλλγουντ, ἐκδίδει ἀνωνύμως τὸ In memoriam κι ὁρίζεται Poet laureate («ποιητὴς στὶς ὑπηρεσίες τοῦ κράτους»). Τὸ 1852 ἐκδίδει τὴν ᾨδὴ γιὰ τὸ θάνατο τοῦ δούκα τοῦ Οὐέλλινγκτον. Τὸ 1854 γεννιέται ὁ γιός του Λάιονελ. Ἔπειτα ἀπὸ ἕνα ἕτος ἐκδίδει τὸν Μῶντ κι ἄλλα Ποιήματα. Τὸ 1859 ἀκολουθοῦν τὰ Εἰδύλλια τοῦ Βασιλιᾶ.

Τὸ 1862 πρωτοσυναντάει ἐπισήμως τὴ βασίλισσα Βικτωρία.

Τὸ 1864 ἐκδίδεται ὁ Ἐνὼχ Ἄρντεν· ὕστερα ἀπὸ πέντε χρόνια, Τὸ ἱερὸ δισκοπότηρο κι ἄλλα ποιήματα· ἔπειτα ἀπό ‘να χρόνο, Ἡ χήρα. Τὸ 1872 ἀκολουθεῖ τό: Γκάρεθ καὶ Λυνέττ, ἐνῷ τὸ 1875 τὸ δρᾶμα Βασίλισσα Μαίρη, τὸ ὁποῖο παριστάνεται τὴν ἑπόμενη χρονιά. Τὸ 1876 ἐκδίδει τὸν Χάρολντ.

Τὸ 1880 ἐκδίδει τὶς Μπαλλάντες κι ἄλλα ποιήματα καὶ τὸ 1884 Τὸ κύπελλο καὶ τὸ γεράκι, τὸν Μπέκετ κ’ ἕνα χρόνο ἀργότερα τὸν Τειρεσία κι ἄλλα ποιήματα. Τὸ 1889 ἐκδίδεται ἡ Δήμητρα κι ἄλλα ποιήματα· ἕνα χρόνο μετά, μὲ τὴ βοήθεια τῆς πρωτοεμφανιζόμενης τεχνολογίας τοῦ Ἔντισον, μαγνητοφωνεῖ ποιήματά του.

Τὸ 1899 πεθαίνει στὸ Ἄλντγουορθ.

Ὁ Alfred Tennyson ἀπαγγέλει ποίημά του.
alfred-tennyson-ενώχ-άρντεν-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος
Ἀνάρτηση στὶς

Γιὰ τὸν Νικολὸ Μακιαβέλλι

santi-di-tito-niccolò-machiavelli

[Ὁ ἡγεμόνας τοῦ Ἰταλοῦ στοχαστῆ κυκλοφορεῖ μαζὶ μὲ τὸ θεατρικὸ ἔργο Μακιαβέλλι τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου, ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις.]

Στὶς 3 Μαΐου 1469, γεννήθηκε ὁ Νικολό, γιὸς τοῦ δικηγόρου Μπερνάρντο ντὶ Νικολὸ Μακιαβέλλι καὶ τῆς Μπαρτολομέα Νέλλι, στὴν Ἰταλικὴ πόλη-κράτος τῆς Φλωρεντίας. Διδάχθηκε Λατινικὰ κατὰ τὴν ἐκπαίδευσή του καί, ἴσως, Ἑλληνικά.

Μᾶλλον, τὸ 1492 προσλήφθηκε ὡς γραμματέας στὴ Δεύτερη Καγκελλαρία τῆς Δημοκρατίας τῆς Φλωρεντίας. Στὶς 11 Ὀκτωβρίου 1496, πεθαίνει ἡ μητέρα του. Στὶς 19 Ἰουνίου 1498, ὁ Μακιαβέλλι εἰσῆλθε στὴ δημόσια ζωὴ τῆς πατρίδας του, ἀφοῦ ἐκλέχθηκε Δεύτερος Καγκελλάριος. Στὶς 24 Μαρτίου 1499, τοῦ ἀνατέθηκε ἡ πρώτη του διπλωματικὴ ἀποστολὴ στὴν Ποντεντέρα.

Στὶς 19 Μαΐου 1500, πέθανε ὁ πατέρας του. Στὶς 28 Ἰουλίου, ὁ Μακιαβέλλι ἔφτασε στὴ Λυὼν ὡς διπλωματικὸς ἀπεσταλμένος τῆς Φλωρεντίνικης Δημοκρατίας. Στὶς 24 Ἰουνίου 1502, πρωτοσυνάντησε τὸν Καίσαρα Βοργία στὸ Οὔρμπινο. Τὸ ἴδιο ἔτος, παντρεύτηκε τὴ Μαριέττα ντὶ Λουντοβῖκο Κορσίνι. Στὶς 26 Ἀπριλίου 1503, πῆγε ἀπεσταλμένος στὸν Παντόλφο Πετρούτσι, γιὰ νὰ συζητήσῃ τὶς προτάσεις τοῦ πάπα Ἀλέξανδρου καὶ τοῦ Βοργία γιὰ συμμαχία μὲ τὴ Φλωρεντία. Στὶς 18 Αὐγούστου, ὁ πάπας πέθανε· ἀκολούθησε ὁ θάνατος τοῦ Καίσαρα Βοργία στὶς 12 Μαρτίου 1507.

Στὶς 31 Αὐγούστου 1512, καταλύθηκε ἡ Δημοκρατία τῆς Φλωρεντίας. Στὶς 7 Νοεμβρίου, μὲ διάταγμα ἀποπέμφθηκε ἀπὸ κάθε δημόσιο αξίωμα. Φυλακίστηκε ὡς πιθανὸς ὕποπτος, μετὰ τὴν ἀποκάλυψη τῆς συνωμοσίας κατά τοῦ καινούργιου ὀλιγαρχικοῦ καθεστῶτος τῶν Μεδίκων, τὸ εβρουάριο τοῦ 1513. Ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴν ἀποφυλάκιση, πῆγε στὸ ἐξωχικό του κοντὰ στὸ Σὰν Κασκιάνο καὶ ξεκίνησε ἐκεῖ τὴ συγγραφὴ τοῦ Ἡγεμόνα καὶ τῶν Λόγων γιὰ τὰ δέκα πρῶτα βιβλία τοῦ Τίτου Λίβιου. Τὸ Δεκέμβριο, οὐσιαστικὰ εἶχε ὁλοκληρώσει τὸν Ἡγεμόνα.

Τὸ 1519 συνέγραψε τὴν κωμῳδία: Μανδραγόρας καὶ τὸ 1520, 2 τὴν Τέχνη τοῦ Πολέμου. Στὶς 8 Νοεμβρίου, ἔλαβε ἐντολὴ ἀπ᾿ τὸ Στούντιο ντὶ Φιρέντσε, νὰ γράψῃ μιὰν Ἱστορία τῆς Φλωρεντίας. Τὸ 1525 ἔφτασε στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ παρουσιάσῃ τὴν Ἱστορία στὸν πάπα· κατέβαλε προσπάθεια νὰ τὸν πείσῃ γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα ἐθνικοῦ στρατοῦ. Ὁ πάπας ἄκουσε θετικὰ τὴν πρόταση καὶ τὸν ἔστειλε στὸν πολιτικὸ κ᾿ ἱστορικὸ Φραντσέσκο Γκουϊτσιαρντίνι, στὴ Φαέντσα, νὰ συμβουλέψῃ γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς ἰδέας.

Πέθανε στὶς 22 Ἰουνίου 1527.

Τὸ 1532, ὁ Ἀντώνιο Μπλάντο, μὲ τὴν ἔγκριση καὶ τὴν εὔνοια τοῦ πάπα Κλεμέντιου Ζ΄, τύπωσε τὸν Ἡγεμόνα, τοὺς Λόγους καὶ τὴν Ἱστορία τῆς Φλωρεντίας, στὴ Ρώμη. Τὸ 1557, ὁ πάπας Παῦλος Δ΄ εἰσήγαγε τὸ βιβλίο στόν: Index librorum prohibitorum, ὕστερ᾿ ἀπὸ πίεση τῶν Ἰησουΐτῶν.

μακιαβέλλι-ηγεμόνας-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος
Ἀνάρτηση στὶς

Maria Tryti Vennerød

maria-tryti-vennerød-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Γεννήθηκε στὶς 17/01/1978.

Ἔλαβε προπτυχιακὸ τίτλο σπουδῶν (International baccalaureate) ἀπ᾿ τὸ L. B. Pearson UWC στὴ Νῆσο Βανκοῦβερ τοῦ Καναδᾶ (1995-7) καὶ σπούδασε Δρᾶμα, Δραματουργία κ᾿ Ἐπικοινωνία τοῦ Θεάτρου στὴν Ἀνώτερη Σχολὴ τοῦ Ὄσλο (1997-9). Ἔλαβε μεταπτυχιακὸ τίτλο (master) στὸ Σκηνικὸ Κείμενο ἀπ᾿ τὴν Ἀνώτερη Σχολὴ Τεχνῶν τοῦ Ὄσλο.

Θεατρικά της ἔργα: Ὁ ἀγριόγαλος τοῦ Γιούστενταλ, νεραϊδομιούζικαλ γιὰ τὸ κορίτσι ποὺ γλύτωσε τὸ Μαῦρο Θάνατο (ὑπὸ ἐπεξεργασία, προγραμματισμένη πρεμιέρα: Sogn og Fjordane Teater, φθινόπωρο 2019)· Γολιάθ (Vega scene, Δεκέμβριος 2018)· Χιονάτη, τὸ κορίτσι στὸν καθρέφτη (μιούζικαλ, Det Norske Teater, κεντρικὴ σκηνή, 2017)· Μαρτῖνος Λούθηρος (ἐνορία τοῦ Τέιεν, Ὄσλο, 2017)· Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Νύχτα στὸν Κόσμο (συνεργασία μὲ 4 συγγραφεῖς, διάρκειας 8 ὡρῶν, Det Norske Teater, κεντρικὴ σκηνή, 2016)· Between two rocks (Βανκοῦβερ 2016)· Ὁ ὁραματιστής (συμμετοχὴ διαφόρων συγγραφέων, Blackbox, 2015)· Πέντε ἐποχές (Det Norske Teater, 2013)· Ἡ Βίβλος (ὁμαδικὴ ἐργασία 6 συγγραφέων, διάρκειας 6 ὡρῶν, Det Norske Teater, κεντρικὴ σκηνή, 2014)· Τὸ κορίτσι τῆς Γῆς (Blackbox 2013)· Καμμία ἄμεση ἐπαφή (Cappelen Damm/Dramatikkens Hus, 2012, βραβεῖο Hedda 2012)· Ἐξομολόγηση (Schaubühne, Berlin, 2011)· Ἐθνικὴ δοκιμασία (Rogaland Teater, 2011, βραβεῖο Eurodram)· Θέλω νἄχω ἕνα χειρόγραφο (γιὰ τὰ ἐγκαίνια τοῦ Drammatikkens Hus, 2010)· Neverland (Det Norske Teater, 2010)· Μιὰ τελευταία ἁγιοσύνη (ὑπὸ τὴ διεύθυνση τῆς Ἐθνικῆς Ββιβλιοθήκης τῆς Νορβηγίας, 2009)· KOK (ὄπερα, Det Åpne Teater, 2009)· Gokk (Blackbox, 2007)· Τὸ τέστ (Norsk Dramatikkfestival, 2006)· Σαφάρι (Blendwerk, 2006)· Ὁ κροκόδειλος (Teater Ibsen, 2006)· Φράνκ (Det Norske Teater, 2005, πρῶτο βραβεῖο Συγγραφῆς Δράματος κατὰ τὴν ἐπέτειο γιὰ τὴ διάλυση τῆς Ἕνωσης Νορβηγίας-Σουηδίας 1905-2005)· Ἡ κυρία στὸ παγκάκι (Norsk Dramatikkfestival 2004)· Περσότερο (Norsk Dramatikkfestival, 2002)· Πάρε με στὰ φτερά (Norsk Dramatikkfestival, 2002).

Ἔχει σκηνοθετήσει τὰ ἔργα της: Gokk (Sogn og Fjordane Teater, 2007)· KOK (Det Åpne Teater, 2008).

Ἐκδοθέντα βιβλία: Δέκα μαχαίρια στὴν καρδιά (ἀνθολογία, Gloria Forlag, 2018)· Γολιάθ (Gloria Forlag, 2018)· Καθάρια φύση (Cappelen Damm, 2016)· Κίνδυνος χιονοστιβάδας (Cappelen Damm, 2014)· Καμμία ἄμεση ἐπαφή – ἡμερολόγιο 16/4-22/6/2012 (Cappelen Damm, 2012)· Ἐθνικὴ δοκιμασία (Cappelen Damm, 2011)· Neverland (Cappelen Damm, 2010)· Gokk (θεατρικὰ ἔργα Gokk, Σαφάρι καὶ Τὸ τέστ, Det Norske Samlaget, 2009)· Περσότερο (θεατρικὰ ἔργα Ἡ κυρία στὸ παγκάκι, Ὁ κροκόδειλος, Πάρε με στὰ φτερά, Περσότερο, Det Norske Samlaget, 2007)· Νέα Νορβηγικὴ δραματουργία (Φρὰνκ σ᾿ ἀνθολογία, Det Norske Samlaget, 2005)· Μαῦρο ἁλάτι καὶ κίτρινες ἀποχρώσεις (τὸ ἔργο Παιδικὴ πίστη σ᾿ ἀνθολογία γιὰ νέους, Gyldendal, 1992).

Μεταφράζει γιὰ τὰ θέατρα: Det Norske Teater, Sogn og Fjordane Teater. Ὑπῆρξε μέλος Δ.Σ. τῆς Νορβηγικῆς Ἕνωσης Δραματουργῶν (Norske Dramatikers forbund, 2006-8) καὶ τοῦ Καταπιστεύματος τῆς Ὦσε Μπύε γιὰ ἀξιόλογους καλλιτέχνες (Aase Byes Legat for fortjente kunstnere, 2017-8).

maria-tryti-vennerød-μαρτίνος-λούθηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος
Ἀνάρτηση στὶς

«Σὰ βούτηξε στὸν Ὠκεανό…» ἀπὸ τό «Φάος ἠελίοιο»

δύση-ηλίου-φάος-ηελίοιο-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς – γιὰ τὸ τοπίο τῆς Ἰλιάδος τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Στὰ δυό εἴχανε χωριστῆ οἱ Ὀλύμπιοι: μισοί μὲ τοὺς Ἀχαιούς -μισοί μὲ τοὺς Τρῶες· ὁ Δίας ἔμενε, ὑποτίθεται, οὐδέτερος… Ὁ ἀδελφός του Ποσειδώνας, ποὺ ταράζει τὶς πλάκες τῆς γῆς νὰ τρέμῃ στὸ σεισμό, κατέβηκε νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἀγαπημένους του Ἀχαιούς. Ὁ θεὸς τῶν θαλασσῶν! Ἕνας ἀπ᾿ τοὺς ὑδάτινους θεούς, ὄχι ὁ ἀρχαιότερος. Αὐτὸς εἶν᾿ ὁ Τιτάνας Ὠκεανὸς ποὺ περιβρέχει τὴ Γῆ καὶ στὰ σπλάχνα του σκίρτησε ἡ ζωὴ προτοῦ πατήσῃ αὐτὴ στεριά. Ὁ μέγας Ὠκεανός! Ὁ ἀκόμα καὶ σήμερα ἄγνωστος. Ἡ κοιτίδα καὶ τὸ χωνευτήρι κάθε ἀνομία μας: τῶν σκουπιδιῶν, τῶν τοξικῶν, τῶν ψόφιων ἐνεργειακά – μὰ ἐπικίνδυνων γιὰ χιλιετίες – πυρηνικῶν ἀποβλήτων, τῶν πλαστικῶν σὰν τελειώνουμε τὶς ἀγορὲς στὰ μαγαζιά… Συνέχεια στολίζουμε τὸν προπάτορα -τοῦ δωρίζουμε «πολιτισμό»… Στὶς ἀβύσσους του, μακριὰ ἀπὸ κάθε ἀχτίδα, σαλεύει ὅμως πάντοτε ζωὴ τῷ ὄντι ἀνήλιαγη! Ἐκεικάτω φαίνεται νὰ τραβάῃ στὸ τέλος τῆς μέρας τὸ ἅρμα τοῦ Ἥλιου:

Ἐν δ᾿ ἔπεσ᾿ Ὠκεανῷ λαμπρὸν φάος ἠελίοιο…
Σὰ βούτηξε στὸν Ὠκεανὸ τὸ λαμπερό τοῦ ἥλιου φῶς…
Ἰλιὰς Θ 485

Ἔτσι ἔγινε καὶ στὸ τέλος τῆς μέρας, ὅταν ὁ Δίας ἐπέβαλε τὴν οὐδετερότητα τῶν θεῶν ποὺ καταστρατήγησαν ἡ Ἥρα κι ὁ Ποσειδώνας μὲ τὰ κόλπα καὶ τὴν πονηριά τους. Ἕνα σφίξιμο στὴν καρδιὰ τέτοιαν ὥρα -ἕνας μικρὸς καθημερινὸς θάνατος… Τὴ νύχτα, ἐμεῖς τὰ καταφέρνουμε κάπως μὲ τὶς φωταγωγημένες πολιτεῖες. Τότε, ὅμως, οἱ Ἀρχαῖοι, τί νὰ προλάβαιναν μ᾿ ἕνα λυχναράκι;.. Κι ἀπὸ τί νὰ πρωτοφυλάγονταν;.. Τὸ βασίλεμα τοῦ λαμπροῦ δίσκου, τοὺς ἀποστεροῦσε – ὄνομα καὶ πρᾶμα – τὸν Κόσμο· εἴχανε φωτιά, ἀλλ᾿ αὐτὴ δέν εἰν᾿ ἠλεκτρισμός -δύσκολα μεταφέρεται. Ἔνοιωθαν τότε σὰ νὰ βουλιάζουν στὸ πηχτό σκοτάδι τοῦ Ὡκεανοῦ: στὸν ἀρχαῖο τῶν ἡμερῶν. Ἐκεῖνος, ὑδάτινη ἀγκαλιά, δέχεται τὸ φῶς· χάνονται οἱ ἀχτίδες κατεβαίνοντας στὶς τάφρους κ᾿ ἔχοντας γιὰ φορτίο τοὺς στεναγμοὺς τῶν ἀνθρώπων. Εὐρύχωρος ρέει πάντα ἐκεῖνος ἀνακυκλώνοντας τὴν ἀσχήμια… κ᾿ οἱ πόλεις τοῦ φωτός – οἱ ἀνόσιες κι ἄπληστες – ρυπαίνοντάς τον συνεχίζουν νὰ λάμπουν ἐλέῳ τοῦ δικοῦ του σκότους…

Ἀνάρτηση στὶς

Εἰσαγωγὴ στό «Πρὸς ἑαυτούς»

προς-εαυτούς-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρότπουλος

[Εἰσαγωγικὸ ποίημα στὸ τραγικὸ ὁδοιπορικό: Πρὸς ἑαυτούς.]

Μάθανε τὰ βάθη τῶν ἀνθρωπίνων.
Εἴδανε κι ὅλα τὰ ὕψη τους.
Κ᾿ εἴπανε ὕστερα, σά «σκέφτηκαν»,
τὸν συνάνθρωπο: ἀπάνθρωπο,
γιατὶ ποῦ νὰ τὸν αἰσθανθοῦνε
ἐκεῖνοι οἱ ἀνόητοι τῇ καρδίᾳ·
τὸν ἀπάνθρωπο τὸν εἴπανε: θεό,
γιατὶ πῶς νὰ τὸν ἐννοήσουν
ἐκεῖνοι οἱ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ.
Καὶ προσκυνῆσαν καὶ ματῶσαν
πάνω στὰ μαῦρα, κοφτερὰ χαλίκια
τῆς πίστης τῆς ξεστρατημένης.
Κλάψανε, θρηνῆσαν -βγάλανε κραυγές!
Ψάξαν ἀπὸ τὰ δάκρυα τυφλωμένοι,
ὅπως βαδίζανε τὸν ἕνα δρόμο
ποὺ μιά φορὰ καθεὶς βαδίζει,
νὰ βροῦνε, λιγάκι νὰ σταθοῦνε
πάνω σ᾿ ὦμον ἄλλον ἐλαφρὺ
κάποιου διπλανοῦ στὴν ἐρημιὰ
συνάνθρωπου ἀπάνθρωπου,
συνοδοιπόρου καὶ θεοῦ.

Ἀνάρτηση στὶς

Σύντομο ἱστορικὸ σημείωμα ἀπὸ τόν «Μαρτῖνο Λούθηρο»

maria-tryti-vennerød-μαρτίνος-λούθηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Τὸ ποιητικὸ δρᾶμα τῆς Maria Tryti Vennerød πρωτοκυκλοφορεῖ διεθνῶς ἀπ’ τὶς ἐκδόσεις.]

Ἤδη ἀπ᾿ τὸ 11ο καὶ 12ο αἰῶνα παρουσιάζονται στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη νέες δομές -οἰκονομικὲς καὶ διοικητικές. Αὐτὲς οἱ ἐξελίξεις καὶ κατακτήσεις, τὶς ἑπόμενες ἑκατονταετίες, θὰ μετέλλασαν πλήρως τὴ φεουδαρχικὴ κατάσταση ὅπου τὸ δίπολο ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχη τῆς Ρώμης – τοῦ πάπα – καὶ τοῦ Αὐτοκράτορα τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους, ὥριζε ἐν πολλοῖς τὴ διεθνῆ πολιτικὴ σκηνή. Οἱ Ἰταλικὲς πόλεις-κράτη, ἐξαιτίας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἄμεσης ἐπαφῆς τους μὲ τὴν καταρρέουσα, ἀλλὰ πολιτισμικὰ ἀκμαία ἀκόμα, χριστιανικὴ Ἀνατολή (ἰδίως μετὰ τὶς Σταυροφορίες), αὐτονομήθηκαν σιγά-σιγά. Κοντινῆς ὑφῆς φαινόμενα παρουσιάζονται καὶ στὶς πόλεις ποὺ συγκροτοῦσαν τὴ Χανσεατικὴ Ἕνωση στὴ Βόρεια Εὐρώπη. Τὸ 1450, ὁ Γουτεμβέργιος ἀρχίζει νὰ τυπώνῃ σελίδες βιβλίων στὸ πιεστήριό του -κομβικὴ ἐξέλιξη στὴ διακίνηση τῆς γνώσης καὶ τῶν ἰδεῶν κατὰ τὴ Νεώτερη Ἐποχή. Τὸ 1492 ξεκινάει κι ὁ Κολόμβος τὸ ταξίδι του γιὰ τὶς Ἰνδίες, ἀνακαλύπτοντας ὅμως τὴν Ἀμερική.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ κλίμα ἐπέκτασης τῶν ὁριζόντων προστίθεται ἡ ἐκ νέου ἐπαφὴ μὲ τὴν Ἀρχαιότητα· πρῶτα κατὰ τὴ Λατινική, ἔπειτα τὴν Ἑλληνικὴ Παράδοση. Τούτη ἡ σπουδὴ τῶν Ἀρχαίων κ᾿ ἡ συνακόλουθη ἐξεταστικὴ θεώρηση τοῦ Κόσμου – ὅ,τι πιὰ ὀνομάζεται Ἀναγέννηση κι Οὐμανισμός – δὲν ἄφησε ἴδια μήτε τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία. Ὁ πάπας κι ὁ δογματικὸς Ρωμαιοκαθολικισμὸς δέν ἐπιβάλλονταν πνευματικὰ στοὺς λογίους, τοὺς σκεπτόμενους καὶ τ᾿ ἀστικὰ στρώματα, ὅπως πρωτύτερα. Πρὶν ἀπ᾿ τὴ μορφὴ τοῦ Λούθηρου, δρᾷ καὶ μαρτυρεῖ στὶς φλόγες ὁ ἱερέας ριζοσπάστης Ἰωάννης Οὕσσιος (Jan Hus, 1370-415). Μεσολαβεῖ κ᾿ ἡ ἐξόχως ἀμφιλεγόμενη περίπτωση τοῦ Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα (1452-98) στὴ Φλωρεντία, μὲ τὴν ἀντιπαπική του πολιτεία…

Μαρτῖνος Λούθηρος (Martin Luther) τοῦ Χὰνς Λοῦντερ καὶ τῆς Μαργκαρέτε Λίντεμανν, γεννήθηκε στὸ Ἄισλέμπεν τῆς Γερμανίας, κοντὰ στὴ Βαϊμάρη (10/11/1483)· στὸ ἴδιο μέρος κιόλας πέθανε (18/02/1546). Στὰ 63 χρόνια τῆς ζωῆς του, θὰ φανερωνόταν ἴσως ὡς ὁ καταλυτικώτερος ἀναμορφωτὴς τοῦ Χριστιανισμοῦ, μετὰ τὸν Παῦλο, τοὺς Ἕλληνες καὶ Λατίνους Πατέρες τῆς Ὕστερης Ἀρχαιότητας καὶ τοῦ Μεσαίωνα. Οἱ 95 θέσεις του, μιὰ πρωτοφανὴς ἀντίδραση κατά τῶν ἀτασθαλιῶν κ᾿ ὑπερβολῶν τῆς παπικῆς ἐξουσίας, ἀποδείχτηκαν τὸ ἔναυσμα γιὰ μιὰ νέα, βαθεία πρόσληψη τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ θέαση τοῦ Κόσμου· κύριοι ἄξονες: ἡ προσωπικὴ εὐθύνη, ἡ ἀδιαμεσολάβητη σχέση μὲ τὸ θεῖο κ᾿ ἡ ἐπιστροφὴ στὸ γράμμα τῆς πίστεως.

Ὄργανο γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς Βίβλου ὑπῆρξε ἡ μετάφρασή της ἀπ᾿ τὸ Λούθηρο στὴν τότε ὁμιλουμένη Γερμανική. Ἡ ἀπόδοση αὐτὴ ἐπηρέασε τὴ Γερμανικὴ γλῶσσα [ὅπως καὶ τὴ Νορβηγικὴ λογία γλώσσα (bokmål), μέσῳ τῆς Δανικῆς μετάφρασής της ποὺ βασίστηκε στὴν προσπάθεια τοῦ Λούθηρου], καθὼς καὶ τὴ σύγχρονη Φιλολογία, Κριτικὴ κ᾿ Ἑρμηνευτικὴ τῶν Κειμένων.