Ἀνάρτηση στὶς

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, Ἀπ’ τὴν ἀνάλυση τῆς «Λαίδης Ἴνγκερ τοῦ Ἔστρωτ»

ερρίκος-ίψεν-η-λαίδη-ίνγκερ-του-έστρωτ-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος-εκδόσεις

Δύο ἀντικρουόμενα συναισθήματα προκαλοῦνται, ὅταν σπουδάζῃ κάποιος τὶς πρῶτες προσπάθειες ἑνὸς ὄντως σημαντικοῦ: ἀπογοήτευση γιὰ τὸ ἀκόμα ἀνεκπλήρωτο· γοητεία γιὰ τὸ ἐπερχόμενο π᾽ ἀχνοφαίνεται. Ἴδια, ὅπως στὸν Κατιλίνα, τὸν Τάφο τοῦ Πολεμιστῆ, τὴ Νόρμα καὶ τἩ νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ, ἀκούγεται – σχεδὸν σὲ κάθε ἀτάκα – ἡ μακρινὴ ἐπιβλητική «συμφωνία» τῶν μελλοντικῶν κατακτήσεων. Τὰ τέσσερα τοῦτα ἔργα, μαζὶ μὲ τἩ Λαίδη Ἴνγκερ τοῦ Ἔστρωτ συναπαρτίζουν λειτουργικὴ ἑνότητα, κυοφορῶντας ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ θὰ ξεδιπλωθοῦν μὲ μαστοριὰ στὸ μέλλον.

Κατιλίνας φανερώνει ἐξ ἀρχῆς τὴν ἀμείωτη φιλαλήθεια καὶ τὸ πνευματικὸ κουράγιο τοῦ δημιουργοῦ. Ὁ τάφος τοῦ πολεμιστῆ δηλώνει τὴν ἡρωικὴ περπατησιὰ τῶν χαρακτήρων, ἀκόμα καὶ στὰ πολύ «ταπεινά». Ἡ Νόρμα προοιωνίζει τὸ δηλητηριῶδες φλέγμα καὶ τὴν ὑψηλὴ εἰρωνεία. ΣτἩ νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ προτάσσεται ἡ ἀνάγκη γιὰ ἕνα λόγο ἁπλόν, στὸ στόμα σχεδὸν τοῦ καθενὸς γιὰ κείνη τὴν ἐποχή· ἐπίσης ἐπιχειρεῖται συστηματικὰ ἡ ὑπονόμευση τοῦ νορβηγικοῦ καθωσπρεπισμοῦ κ᾽ ἐπαρχιωτισμοῦ. ΣτἩ Λαίδη Ἴνγκερ, ὁ Ἴψεν βαθύτατα ξαναπιάνει τὸ νῆμα τοῦ Κατιλίνα, δηλαδὴ τὸ τραγικό, κατὰ βάσιν, ἀδιέξοδο τῶν ἀνθρωπίνων, ὅπως τὰ διδασκόμαστε ἀπ᾽ τὴν Ἱστορία.

[] Ἡ ΛΑΙΔΗ ΙΝΓΚΕΡ, <ὡς πρόσωπο σκηνικό,> συνθέτει ὡρισμένες σαιξπηρικές «σταθερές» ποὺ τὴν κατατάσσουν στοὺς δελεαστικώτερους γυναικείους ρόλους τῆς παγκόσμιας δραματουργίας: τὴν ἀναβλητικότητα ἑνὸς ΑΜΛΕΤ, τὴ σιδερένια βούληση καὶ ξεροκεφαλιὰ μιᾶς ΛΑΙΔΗΣ ΜΑΚΜΠΕΘ, τὴν κυνικότητα ἑνὸς Ριχάρδου Γ΄. Οἱ ἄθλιες μηχανορραφίες τοῦ ΝΙΛΣ ΛΥΚΚΕ δὲν ἔχουν τίποτα νὰ ζηλέψουν ἀπ᾽ τὴν ὀφιοειδῆ παρουσία κιόλας τοῦ ΚΆΡΛΟΣ στὸν γκαιτικὸ Κλάβιγκο.

Στὸ ἔργο ζωντανεύει μιὰ ἐποχὴ γεμάτη ἀκρότητες, φανατισμὸ καὶ μισαλλοδοξία· ὅταν ἡ Εὐρώπη χωρίστηκε στὰ δυό, λόγῳ, ἀλίμονο, τῆς ἀναπογυρισμένης σοφίας ἀπ᾽ τὶς τόσες προόδους τῆς Ἀναγέννησης. Ἀντί ἡ ἤπειρος νὰ ἐξυψωθῇ, βούτηξε μές στὸ αἵμα καὶ τὴ λάσπη μακροχρόνιων πολέμων μὲ λάβαρο τήν «ἁγνὴ πίστη» πρὸς τὸν μάταια Ἐσταυρωμένο. Ἡ ΛΑΙΔΗ ΙΝΓΚΕΡ χάνει τὰ παιδιά της κάπως σὰν καὶ τὴ ΜΑΝΑ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ἀπ᾽ τ᾽ ὁμώνυμο μπρεχτικὸ ἔργο. Ἡ τεχνικὴ τῶν δυὸ δημιουργῶν δέν εἶναι ἴδια -τοὺς χωρίζει μιὰ ἄβυσσος: ὁ ὄψιμος 19ος αἰώνας κι ὁ Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, μιὰ ἄλλη ἰδεολογία· ὅμως, οἱ προσπάθειές τους ν᾽ ἀπεικονίσουν τὸ ἀδιέξοδο τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ἱστορικῶν μηχανισμῶν, συναντῶνται στὸ κλάμα τῶν δυὸ μανάδων! Μία συνεπὴς σύγχρονη ἀνάγνωση ὀφείλει νἆναι ἰδιαίτερα ὑποψιασμένη στὴ σχεδὸν γκροτέσκα σκηνὴ ὅπου ἡ ΛΑΙΔΗ ΙΝΓΚΕΡ περιμένει πότε νὰ βιδώσουνε τὸ φέρετρό της μὲ μέσα πατικωμένο τὸ γιὸ καὶ τελευταῖα ἀδικοχαμένο παιδί της… Ἡ ἀφέντρα τοῦ πύργου στὸ Ἔστρωτ ὑποστασιοποιεῖ τὴν καταβολικὴ ἀνθρώπινη ἄγνοια μπρὸς στὸν Κόσμο. Ἡ κραυγή της: Κανένας δὲν ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ Θεὸ κι ἀνθρώπους!, ἂν κι ἀναφέρεται σαφέστατα στὸ Λούθηρο καὶ τὸ νέο του κήρυγμα γιὰ τὴν ἀδυναμία κάθε μεσιτείας, ἁγίου, συγχωροχαρτιοῦ κ᾽ «ἑξαπτέρυγου», γενικεύεται ἀπ᾽ τὸν Ἴψεν ὑπαρξιακὰ καὶ θυμίζει ἔντονα (αὐτὸ θ᾽ ἀποδειχθῇ περίτρανα μὲ τὰ κατοπινὰ χρόνια) τὸ αἰσχύλειο: Ζεύς, ὅστίς ποτ᾽ ἐστίν… ἢ τὸν μετεωρισμὸ ἑνὸς ΒΑΣΙΛΙΑ ΛΗΡ πλάι στὸν ΤΡΕΛΛΟ του. []

Ἀνάρτηση στὶς

Maria Tryti Vennerød, «Ὁ Μαρτῖνος στὴ Ρώμη» ἀπὸ τόν «Μαρτῖνο Λούθηρο»

maria-tryti-vennerød-μαρτίνος-λούθηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τραβάω στὴ Ρώμη, τὴν πόλη τῆς ἀγάπης, τὴν πόλη τῆς πίτσας καὶ τοῦ ἐσπρέσσο, τὴν πόλη τοῦ Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου, τὴν πόλη τοῦ Ἡρώδη, τοῦ Ἀλέξανδρου, τοῦ Καίσαρα, τοῦ Γκαριμπάλντι, τοῦ Μουσσολίνι, τοῦ Μπερλουσκόνι, τοῦ Φελλίνι, τοῦ Παβαρόττι, τοῦ Τορτελλίνι -τὴν πόλη ὅλων αὐτῶν. Θαμπώθηκα ἀπ᾿ τὸν τροῦλο καὶ τὴ μεγαλοπρέπεια καὶ τὶς τροῦφες καὶ τὸ λευκὸ κρασί, κ᾿ ἔμαθα κάπως ἐσένα, Θέ μου.

᾽Εδῶ μπορεῖ κάποιος νὰ σωθῇ…

Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔχει ἀγοράσει οἰκία…

Ἐδῶ μπορεῖ κάποιος νὰ κατορθώσῃ τὴ σωτηρία…

Per tutta la famiglia!

Συγνώμη, ἡ μαμᾶ κι ὁ μπαμπᾶς ἀκόμα ζοῦν,..

ἀλλιῶς θὰ τ᾿ ἀγόραζα κ᾿ ἐγώ νὰ τοὺς ἐλευθερώσω

ἀπ᾿ τὴν Κόλαση.

Εὐχή γιὰ τὴ μαμᾶ –

συγχώρεση γιὰ τὸν μπαμπᾶ.

Χαιρετίσματα ἀπ᾿ τὴ Ρώμη!

Ἀπίστευτες μερικὲς εὐκαιρίες γιὰ προσκύνημα,

μὰ ἡ οὐρὰ εἶναι τόσο μεγάλη…

Πηγαίνω καὶ τρώω ρέγγα ἀντὶ νὰ στέκωμαι ὄρθιος…

Μετὰ τὸ μεσημεριανό:
ἡ κλίμακα τοῦ Πιλάτου·

ἡ κλίμακα ποὺ κατέβηκε ὁ Ἰησοῦς, κ᾿ ἔπειτα τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο!..

Ὅποιος τὴν ἀνεβῆ μὲ τὰ γόνατα, θὰ σωθῇ, λέει ὁ ὁδηγός.
Λέει… πὼς τὴν κλίμακα τὴ φέραν ἀπ᾿ τὴν Ἰερουσαλήμ…

Σκαρφαλώνω
πάνω –
σκαλί-σκαλί –
γδαρμένος –
σὰν καβούρι
πεινασμένο γιὰ σωτηρία!

Ξαφνικὰ ἀκούω
ἀπ᾿ τὸν οὐρανό;.. Ἢ ἀπ᾿ τὸ κεφάλι μου μέσα;..

Ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπὸ τὸν πρόλογο γιὰ τή «Νόρμα»

ερρίκος-ίψεν-νόρμα-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τὸ ἴδιον ἀπόγευμα, εἴδομεν τὴν Νόρμαν τοῦ Μπελλίνι, καὶ ἐξαίφνης κατενοήσαμεν: Τὸ Κοινοβούλιον ἀποτελεῖ ταλαντοῦχον λυρικὸν θίασον!.. Δέ θὰ ἐπαναλάβωμεν, εἴτε εἰς ἑμαυτούς, εἴτε εἰς τὸν ἀναγνώστην, τὴν ἅλυσον τῶν ἐπιχειρημάτων ἃ ὡδήγησαν ἡμᾶς εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο· διατί, ποῖος, ἀλήθεια, δέν γιγνώσκει τὴν μαγευτικὴν δύναμιν τῆς Μουσικῆς, ποῖος ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὴν Μουσικήν ἐδόθη ἡ ἁρμοδιότης νὰ κόπτῃ, μετὰ τοῦ ἀλεξανδρείου φασγάνου, τὸν Γόρδιον Δεσμὸν τῆς Σκέψεως καὶ νὰ ἐκτινάσσῃ ἡμᾶς πέραν τῆς σπειροειδοῦς ἀτραποῦ τῆς Λογικῆς μετὰ ταχυτήτος φωτός -νὰ μᾶς ἐναποθέτῃ εἰς τόπον ἀνέλπιστον προτέρως;!. Ὅμως, ὅσο προσεκτικώτερον ἐξητάζομεν τὴν περίπτωσιν, τοσοῦτον ἐναργεστέρα καθίστατο.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπ’ τίς «Παιδικὲς μνῆμες» στή «Νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ»

ερρίκος-ίψεν-νύχτα-τ-αγιαννιού-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μὰ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ, τὰ πράματα κυλοῦσαν πιό χαρούμενα: Δέ γιορταζόταν ἀπ᾽ ὅλους μαζί· τ᾽ ἀγόρια κ᾽ οἱ νέοι τῶν πόλεων χωρίζονταν σὲ συντροφιὲς τῶν πέντε-ἕξι ἀτόμων καὶ ψάχνανε νὰ βροῦν καύσιμη ὕλη γιὰ τὴ δικιά τους τὴν πυρά… Ἤδη, ἀπ᾽ τὴν Πεντηκοστή, μαζευόμασταν καὶ πηγαίναμε στὰ ναυπηγεῖα καὶ τὰ καταστήματα τοῦ Σιὲν νά «ἱκετεύσουμε» γιὰ κάνα βαρέλι πίσσα..- παράξενο ἔθιμο ποὺ βαστοῦσε ἀπὸ καιροὺς λησμονημένους… Γιὰ ὅ,τι δέν παίρναμε μὲ σύμφωνη γνώμη, μὰ τὸ κλέβαμε, μήτε ὁ ἰδιοκτήτης, μήτε ἡ ἀστυνομία σκέφτονταν ποτὲ νὰ μᾶς ἐπιπλήξουν κάπως. Ὁπότε, μιὰ συντροφιὰ ἅρπαζε ἔτσι ὁλόκληρη στοίβα ἀπὸ βαρέλια πίσσα!.. Τὸ ἴδιο πάνω χέρι εἴχαμε καὶ στὶς παληές τὶς βάρκες!: Ἂν καταφέρναμε ν᾽ ἀποφύγουμε τὰ ἐμπόδια στὴ στεριά, μπορούσαμε νὰ τὶς τραβήξουμε μακριὰ μὲ τὴν ἡσυχία μας καὶ νὰ κρατήσουμε τὰ λάφυρα· εἴχαμε μ᾽ ἀσφάλεια ἀποθηκευμένο ὅ,τι ἦταν ἰδιοκτησία μας πιὰ ἤ,.. τέλοσπάντων,.. δέν τὄχε κάποιος ἄλλος διεκδικήσει… Οἱ βάρκες περιφέρονταν – μέρες πρὶν ἀπ᾽ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ – θριαμβικά στὰ σοκκάκια πρὸς τὸ σημεῖο τῆς πυρᾶς. Στὴ βάρκα μέσα καθόταν ἕνας βιολιστὴς κ᾽ ἔπαιζε· τὄχα δεῖ πολλές φορὲς καὶ κάποτε εἶχα συμμετάσχει καὶ σὲ μιὰ τέτοια πομπή…

Ἀνάρτηση στὶς

«Γέννα καὶ τοκετός» ἀπὸ τὴν «Ἀνδροδικία»

ἀνδροδικία-θεοδόσης-ἀγγ-παπαδημητρόπουλος

ΜΑΡΤΥΡΑΣ B΄:
Ἡ ἀγάπη πάντα τρυπάει τὸ λογισμό·
κ᾽ ἡ δικιά μου ἡ ἀγάπη – τοῦ πατέρα ἡ ἀγάπη –
δὲν ἔχει ἀνάλογο. Γιατὶ μπορεῖ ἡ γυναῖκα νὰ τίκτῃ,
ἀλλὰ ἀπὸ τὸν πατέρα ξεκινάει ἡ ζωή –
αὐτός γεννάει, ὅπως λέγαν οἱ Ἀρχαῖοι.

ΕΝΑΣ ΕΝΟΡΚΟΣ (Μουρμουριστά):
Ἀνάθεμα τοὺς Ἀρχαίους καὶ τί καταλαβαίνετε.

Ἀνάρτηση στὶς

«Ἐλπίδα», ἀπὸ τόν «Ἀμφιτρύωνα»

αμφιτρύων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

ΣΩΣΙΑΣ:

Γιατί βασανιζόμαστ᾽ ἔτσι;..
Πάντοτε παιδεμός…
Πάντοτε μισή ἡ ψυχή,
στὸ μέσο ἡ ἀγωνία.
Καὶ κάπου κεῖ στὴν ἄκρη
νὰ τρεμοσβήνῃ τόση δὰ
ἡ Ἐλπίδα -τὸ κοριτσάκι
μὲ τὸ φιμωμένο στόμα…

Ἀνάρτηση στὶς

Ὀπισθόφυλλο τοῦ «Πρὸς ἑαυτούς»

προς-εαυτούς-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μᾶς ρώτησε κάποτε: «Ποιός πιστεύετε πὼς εἶμαι πραγματικά;» Ἀρχίσαμε νὰ λέμε ὁ καθένας μας μὲ τὴ σειρά..- τόσες μποῦρδες μαζεμένες δέν ἔχω ματακούσει! Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, μοῦ κάνει ἐντύπωση πὼς δέ σκάσαμε στὰ γέλια. Ἀφότου μίλησε κι ὁ τελευταῖος, μᾶς κοίταξε καλά-καλά, ξέχωρα τὸν καθένα, κ’ εἶπε: «Ἀκόμα, δέν ἔχετε καταλάβει…» «Πές μας!», τοῦ φωνάξαμε. «Πές μας ἐσύ, ποιός εἶσαι τάχα!» Τότε, μᾶς ἔδειξε σιωπηλὰ ἕναν-ἕναν. Γίναμε μεμιᾶς στῆλες ἅλατος… Ὅταν ἔφτασε σὲ μένα, κοπήκανε τὰ ἥπατά μου: Σημάδευε ἴσια στὸ μέτωπο, ἀνάμεσα στὰ μάτια! Ἀπὸ μακριά, ἐκεῖνο τὸ δάχτυλο ἔδειχνε κ’ ἔκοβε σὰ λεπίδι.

Ἀνάρτηση στὶς

Πρόλογος ἀπὸ τήν «Ἀνδροδικία»

ἀνδροδικία-θεοδόσης-ἀγγ-παπαδημητρόπουλος

Κέντρο ψηλά, ἡ ΠΡΟΕΔΡΟΣ.

Ἀριστερὰ ψηλά, ἡ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ.

ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ:
Τὸ πρωὶ τῆς δευτέρας Ἰουλίου,
σύμφωνα μὲ τὴν ἰατροδικαστικὴ ἐξέταση,
βρέθηκε στὸ συζυγικὸ κρεβάτι
νεκρή, ἀπ᾽ τὴν προηγουμένη νύχτα,
ἡ γυναῖκα τοῦ κατηγορουμένου
ὕστερ᾽ ἀπὸ θανατηφόρο δόση
μορφίνης. Ἡ τοξικολογική ἐξέταση ἔδειξε
καὶ μεγάλες συγκεντρώσεις ἀλκοόλης.

Τὰ πάντα, ἀρχικῶς, κατέτειναν
στὴν περίπτωση αὐτοκτονίας.
Ἕνα στοιχεῖο, ὅμως, φανερώνει
ὅτι ἡ πράξη, στὴν πραγματικότητα,
ἦταν προσχεδιασμένη δολοφονία:
Ἐπιστολὴ ἰδιόχειρη τοῦ κατηγορουμένου,
τῆς τριακοστῆς Ἰουνίου, ἀπευθυνόμενη στὸ θῦμα,
βρέθηκε πάνω στὸν καθρέπτη τῆς κρεβατοκάμαρας·
μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρεται στὴν κατακλείδα:
Νὰ πέθαινες! Ἡ ζωή σου νἄπαυε!
Νὰ μήν εἰχα τὴ μνήμη ἀπ᾽ τὰ παληά.

Ἐπισταμένη πραγματογνωμοσύνη
ἔδειξε ὅτι εἰσήγαγε τὴ βελόνα
μὲ τὴ θανατηφόρο δόση τῆς μορφίνης
στοῦ θύματος τὴ φλέβα, κάποιος τρίτος!

Βάσει καὶ ἄλλων στοιχείων ποὺ θὰ παρουσιαστοῦν
σαφῶς καὶ καταλεπτῶς ἐν συνεχείᾳ,
ὁ κατηγορούμενος συνελήφθη
τοῦ ἐγκλήματος τὴν ἑπομένη ἡμέρα,
καὶ πλέον δικάζεται σήμερα,
ἐνώπιον τοῦ ἀξιότιμου δικαστηρίου Σας,
ὁ ἴδιος ὡς ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς
γιὰ τὴ δολοφονία τῆς συζύγου του.

Σήμερα θὰ κριθῇ καὶ θὰ δικαστῇ λοιπὸν
ἕνας ἄνδρας ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν ἐνόρκων –
ἐξίσου ἀποτελούμενο καὶ ἀπὸ τὰ δύο φῦλα.
Σήμερα θὰ ζυγισθῇ ἡ συνείδηση
ἑνὸς ἀνδρὸς ἀπ᾽ τοὺς ἐκπροσώπους
τῆς κοινωνίας μας, ὅπως ἔμαθε ἐπὶ αἰῶνες
νὰ ζῇ καὶ νὰ δέχεται τὶς πράξεις τῶν μελῶν της.
Σήμερα, γι᾽ ἄλλη μιὰ φορά, θὰ μετρηθῇ
ἡ ἴδια ἡ κοινωνία· θὰ μετρηθῇ καὶ θ᾽ ἀποφασίσῃ
ποιά μελλοντικὴ ὁδὸ θὰ ἀκολουθήσῃ.

Ἀνάρτηση στὶς

Εἰσαγωγὴ στό «Πρὸς ἑαυτούς»

προς-εαυτούς-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρότπουλος

[Εἰσαγωγικὸ ποίημα στὸ τραγικὸ ὁδοιπορικό: Πρὸς ἑαυτούς.]

Μάθανε τὰ βάθη τῶν ἀνθρωπίνων.
Εἴδανε κι ὅλα τὰ ὕψη τους.
Κ᾿ εἴπανε ὕστερα, σά «σκέφτηκαν»,
τὸν συνάνθρωπο: ἀπάνθρωπο,
γιατὶ ποῦ νὰ τὸν αἰσθανθοῦνε
ἐκεῖνοι οἱ ἀνόητοι τῇ καρδίᾳ·
τὸν ἀπάνθρωπο τὸν εἴπανε: θεό,
γιατὶ πῶς νὰ τὸν ἐννοήσουν
ἐκεῖνοι οἱ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ.
Καὶ προσκυνῆσαν καὶ ματῶσαν
πάνω στὰ μαῦρα, κοφτερὰ χαλίκια
τῆς πίστης τῆς ξεστρατημένης.
Κλάψανε, θρηνῆσαν -βγάλανε κραυγές!
Ψάξαν ἀπὸ τὰ δάκρυα τυφλωμένοι,
ὅπως βαδίζανε τὸν ἕνα δρόμο
ποὺ μιά φορὰ καθεὶς βαδίζει,
νὰ βροῦνε, λιγάκι νὰ σταθοῦνε
πάνω σ᾿ ὦμον ἄλλον ἐλαφρὺ
κάποιου διπλανοῦ στὴν ἐρημιὰ
συνάνθρωπου ἀπάνθρωπου,
συνοδοιπόρου καὶ θεοῦ.

Ἀνάρτηση στὶς

Σύντομο ἱστορικὸ σημείωμα ἀπὸ τόν «Μαρτῖνο Λούθηρο»

maria-tryti-vennerød-μαρτίνος-λούθηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Τὸ ποιητικὸ δρᾶμα τῆς Maria Tryti Vennerød πρωτοκυκλοφορεῖ διεθνῶς ἀπ’ τὶς ἐκδόσεις.]

Ἤδη ἀπ᾿ τὸ 11ο καὶ 12ο αἰῶνα παρουσιάζονται στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη νέες δομές -οἰκονομικὲς καὶ διοικητικές. Αὐτὲς οἱ ἐξελίξεις καὶ κατακτήσεις, τὶς ἑπόμενες ἑκατονταετίες, θὰ μετέλλασαν πλήρως τὴ φεουδαρχικὴ κατάσταση ὅπου τὸ δίπολο ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχη τῆς Ρώμης – τοῦ πάπα – καὶ τοῦ Αὐτοκράτορα τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους, ὥριζε ἐν πολλοῖς τὴ διεθνῆ πολιτικὴ σκηνή. Οἱ Ἰταλικὲς πόλεις-κράτη, ἐξαιτίας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἄμεσης ἐπαφῆς τους μὲ τὴν καταρρέουσα, ἀλλὰ πολιτισμικὰ ἀκμαία ἀκόμα, χριστιανικὴ Ἀνατολή (ἰδίως μετὰ τὶς Σταυροφορίες), αὐτονομήθηκαν σιγά-σιγά. Κοντινῆς ὑφῆς φαινόμενα παρουσιάζονται καὶ στὶς πόλεις ποὺ συγκροτοῦσαν τὴ Χανσεατικὴ Ἕνωση στὴ Βόρεια Εὐρώπη. Τὸ 1450, ὁ Γουτεμβέργιος ἀρχίζει νὰ τυπώνῃ σελίδες βιβλίων στὸ πιεστήριό του -κομβικὴ ἐξέλιξη στὴ διακίνηση τῆς γνώσης καὶ τῶν ἰδεῶν κατὰ τὴ Νεώτερη Ἐποχή. Τὸ 1492 ξεκινάει κι ὁ Κολόμβος τὸ ταξίδι του γιὰ τὶς Ἰνδίες, ἀνακαλύπτοντας ὅμως τὴν Ἀμερική.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ κλίμα ἐπέκτασης τῶν ὁριζόντων προστίθεται ἡ ἐκ νέου ἐπαφὴ μὲ τὴν Ἀρχαιότητα· πρῶτα κατὰ τὴ Λατινική, ἔπειτα τὴν Ἑλληνικὴ Παράδοση. Τούτη ἡ σπουδὴ τῶν Ἀρχαίων κ᾿ ἡ συνακόλουθη ἐξεταστικὴ θεώρηση τοῦ Κόσμου – ὅ,τι πιὰ ὀνομάζεται Ἀναγέννηση κι Οὐμανισμός – δὲν ἄφησε ἴδια μήτε τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία. Ὁ πάπας κι ὁ δογματικὸς Ρωμαιοκαθολικισμὸς δέν ἐπιβάλλονταν πνευματικὰ στοὺς λογίους, τοὺς σκεπτόμενους καὶ τ᾿ ἀστικὰ στρώματα, ὅπως πρωτύτερα. Πρὶν ἀπ᾿ τὴ μορφὴ τοῦ Λούθηρου, δρᾷ καὶ μαρτυρεῖ στὶς φλόγες ὁ ἱερέας ριζοσπάστης Ἰωάννης Οὕσσιος (Jan Hus, 1370-415). Μεσολαβεῖ κ᾿ ἡ ἐξόχως ἀμφιλεγόμενη περίπτωση τοῦ Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα (1452-98) στὴ Φλωρεντία, μὲ τὴν ἀντιπαπική του πολιτεία…

Μαρτῖνος Λούθηρος (Martin Luther) τοῦ Χὰνς Λοῦντερ καὶ τῆς Μαργκαρέτε Λίντεμανν, γεννήθηκε στὸ Ἄισλέμπεν τῆς Γερμανίας, κοντὰ στὴ Βαϊμάρη (10/11/1483)· στὸ ἴδιο μέρος κιόλας πέθανε (18/02/1546). Στὰ 63 χρόνια τῆς ζωῆς του, θὰ φανερωνόταν ἴσως ὡς ὁ καταλυτικώτερος ἀναμορφωτὴς τοῦ Χριστιανισμοῦ, μετὰ τὸν Παῦλο, τοὺς Ἕλληνες καὶ Λατίνους Πατέρες τῆς Ὕστερης Ἀρχαιότητας καὶ τοῦ Μεσαίωνα. Οἱ 95 θέσεις του, μιὰ πρωτοφανὴς ἀντίδραση κατά τῶν ἀτασθαλιῶν κ᾿ ὑπερβολῶν τῆς παπικῆς ἐξουσίας, ἀποδείχτηκαν τὸ ἔναυσμα γιὰ μιὰ νέα, βαθεία πρόσληψη τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ θέαση τοῦ Κόσμου· κύριοι ἄξονες: ἡ προσωπικὴ εὐθύνη, ἡ ἀδιαμεσολάβητη σχέση μὲ τὸ θεῖο κ᾿ ἡ ἐπιστροφὴ στὸ γράμμα τῆς πίστεως.

Ὄργανο γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς Βίβλου ὑπῆρξε ἡ μετάφρασή της ἀπ᾿ τὸ Λούθηρο στὴν τότε ὁμιλουμένη Γερμανική. Ἡ ἀπόδοση αὐτὴ ἐπηρέασε τὴ Γερμανικὴ γλῶσσα [ὅπως καὶ τὴ Νορβηγικὴ λογία γλώσσα (bokmål), μέσῳ τῆς Δανικῆς μετάφρασής της ποὺ βασίστηκε στὴν προσπάθεια τοῦ Λούθηρου], καθὼς καὶ τὴ σύγχρονη Φιλολογία, Κριτικὴ κ᾿ Ἑρμηνευτικὴ τῶν Κειμένων.

Ἀνάρτηση στὶς

Τὸ μελόδραμα «Ἐνὼχ Ἄρντεν»

alfred-tennyson-ενώχ-άρντεν-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Ὁ Ριχάρδος Στράους συνέθεσε, τὸ 1896-7, μουσικὴ γιὰ πιάνο κι ἀφηγητή, βασιζόμενος στὸ ἀφηγηματικὸ ποίημα Ἐνὼχ Ἄρντεν ποὺ κυκλοφορεῖ ἀπ’ τὶς ἐκδόσεις ΘΑΠ.

Ἀνάρτηση στὶς

«Νανούρισμα» ἀπὸ τόν «Ἀμφιτρύωνα»

αμφιτρύων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ τὴν τραγικοκωμῳδία Ἀμφιτρύων τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

ΧΟΡΟΣ:
Μητέρα τοῦ σκότους
ποὺ μέσα σὲ σένα κρύβονται
ὅσα τὸ μέλλον δένουν…

Πλανεύτρα μαῖα
γι᾽ ἀγάπες, σχέδια,
λῃστεῖες κ᾽ αἱμάτινες
κακοῦργες ἀνταρσίες…

Ἐσὺ ποὺ ζωντανεύεις τὴν καρδιά,
ποὺ δίνεις δύναμη σὲ κάθε προδοσία
καὶ διώχνεις τοῦ νοῦ τὴ στείρα λογικὴ
γητεύοντας μὲ τῶν ἀστερισμῶν τὸ κάλος.

Πρόδρομε τοῦ φωτός, τῶν ἡμερῶν ἀρχαία,
ποὺ μὲ μανία ἀποστερεῖς τὸ λύχνο τῆς ψυχῆς
κ᾽ ἡ γλῶσσα ἡ ἀνθρώπινη, λαλιὰ καὶ νόημα χάνει.

Νύχτα ὀμορφοστόλιστη,
ποὺ κλείνεις μέσα σου
τῆς Γῆς τὴν ὅποια ἀσχήμια
κάνοντας τοὺς θνητοὺς

ν᾽ ἀπαλλάσσωνται μεμιᾶς
ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἀνάμνησης,
ἀπὸ τὴν πίκρα τῆς συνείδησης…

Ἀνάρτηση στὶς

«Πῶς ἔζησε…» ἀπὸ τό «Πρὸς ἑαυτούς»

προς-εαυτούς-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρότπουλος

[Ἀπὸ τὸ τραγικὸ ὁδοιπορικό: Πρὸς ἑαυτούς.]

ΕΡΓΑΤΗΣ : Γιά… πῆτε μου γιὰ κεῖνον -νὰ μάθω…

ΕΜΠΟΡΟΣ: Σὰν τί;..

ΕΡΓΑΤΗΣ: Πῶς ἔ ζ η σ ε..- ὄχι πῶς π έ θ α ν ε.

ΑΓΡΟΤΗΣ: Ὄρεξη νάχῃς: Ἱστορίες νὰ φᾶν κ᾿ οἱ κόττες!

ΕΡΓΑΤΗΣ: Ἐσεῖς,.. ἐ σ ε ῖ ς, τί θυμᾶστε!: Αὐτό μόνο θέλω νὰ μοῦ πῆτε… κι ἀρκεῖ.

Ἀνάρτηση στὶς

«Τραγικὸ προσωπεῖο» ἀπὸ τό «Φάος ἠελίοιο»

φάος-ηελίοι-ήλιου-φώς-προσωπείο-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου:]

Ἀστράφτει ἡ καινούργια πανοπλία τοῦ Ἀχιλλέα, ποὺ σφυρηλάτησε ὁ Ἥφαιστος. Ἡ καινούργια ἀσπίδα ἔχει πάνω της τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα, τὸν Ἥλιο, τὴ Σελήνη, πόλεις, γάμους μέσα τους, φιλονικίες, στρατούς, θεούς..- τὸ πρῶτο μέγιστο «γλυπτό» τῆς Ἑλληνικῆς Τέχνης, ἂν καὶ νοερό. Γοητεία παράξενη συνοδεύει τὸν ἥρωα μὲ τούτη τὴν ἀσπίδα στὴ μάχη: πελώριος [Ἰλιάς, ραψῳδία Χ, στίχος 92], πανέμορφος, στολισμένος. Τί νὰ κάνουν οἱ ἐχθροί;: Νὰ τὸν λατρέψουνε ἡμίθεο ἢ νὰ τὸν σκοτώσουν; Προτοῦ ἐπιβληθῇ ἡ δύναμη τῶν ὅπλων, ἐπιβάλλεται ἡ ὄψη -ἡ ἐ π ί δ ε ι ξ η τῆς δύναμης. Αὐτὴ εἶν᾿ ἡ μισή νίκη· τὰ γόνατα τῶν ἀντιπάλων κόβονται, χάνουν τὴ δύναμή τους, καθὼς βλέπουν τὸ ὑπέρλαμπρο θέαμα ὅπως ἀργοπροβαίνει· κι ἀπαιτεῖται ἥλιου φῶς, γιὰ νὰ κλέψῃ κεῖνο τὰ βλέμματα καὶ νὰ τρομοκρατήσῃ τοὺς ἀπέναντι… Ὁ «ὑποκριτής» πρέπει νὰ παίξῃ καλά στήν «παράσταση» -νὰ μείνῃ ἀκλόνητος στὸ ρόλο του -ἀτρόμητος νὰ προχωράῃ ἀντανακλῶντας μὲ τὴν ἐξάρτυση τὸν ἥλιο -νάναι ὁ ἴ δ ι ο ς ἥλιος σωστός! «Νὰ μή μαυρίσουν τὴν καρδιά μου οἱ θεοί! Μή μὲ ποτίσουν φόβο, ἀλλιῶς εἶναι γραφτό…

ΑΧΙΛΛΕΥΣ:
…χερσὶν ὕπο Τρώων λείψειν φ ά ο ς ἠ ε λ ί ο ι ο.
…νὰ χάσω ἀπὸ χέρια Τρώων τὸ φ ῶ ς τοῦ ἥ λ ι ο υ.
[Ἰλιάς, ραψῳδία Σ, στίχος 11]

Νὰ προλάβω νὰ τελειώσω μὲ τὴν ἐκδίκησή μου -μὲ τὴ μεγάλη μου παράσταση -τὴ μέγιστη παράσταση!» Τὸ τραγικὸ πρόσωπο, ὡς ἄλλος τραγῳδός, πάει στὸν πόλεμο. Θέλει νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ὄψη του, κ᾿ ὕστερα νὰ ξεκάνῃ τοὺς ἔκθαμβους Τρῶες… Εἰρωνεία τραγική: Θὰ τὸν σκοτώσῃ – ὄχι στὴν Ἰλιάδα μὰ σ᾿ ἄλλο ἔπος, τὴν Αἰθιοπίδα [στὰ μή σῳζόμενα Κύκλια Ἔπη] – βέλος ἀπ᾿ τὸν κρυμμένο Πάρι στοὺς θάμνους· θὰ τὸν στοχεύσῃ καθ᾿ ὑπόδειξιν τοῦ Ἀπόλλωνα… Ὁ Πάρις, ποὺ κρυβότανε κιόλας πίσω ἀπ᾿ τὰ τείχη, ὁ καλοζωισμένος μὲ τὴν ὄμορφη Ἑλένη, θὰ καταφέρῃ τὸ θανάσιμο χτύπημα στόν «πρωταγωνιστή» ποὺ μάχονταν πάντα στὸ φῶς τῆς μέρας καὶ δέ φοβόταν νὰ βροντοφωνάξῃ τὴν παρουσία του. Ὁ «τραγῳδός»-ἥρως θὰ πέσῃ στὴ φωτισμένη σκηνὴ ἀπ᾿ τὸν κρυμμένο τεχνικὸ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ὑποβολέα πίσω -στὸ σκοτεινό «ἄδυτο» τῶν παρασκηνίων…

Ἀνάρτηση στὶς

«Τσίκνα εὐωδιαστή» ἀπὸ τόν «Ἀμφιτρύωνα»

αμφιτρύων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ τὴν τραγικοκωμῳδία Ἀμφιτρύων τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου:]

ΣΩΣΙΑΣ:
Ποιός δαίμονας μὲ κοροϊδεύει;..
Θεοί, δὲ σᾶς προσφέρω τσίκνα εὐωδιαστὴ
κάθε δεκαπενθήμερο; Δὲ σᾶς τιμάω;!
Γιατί μοῦ παίζετε παιγνίδια τόσο… ἄγρια;!


Τοῦ τόλεγα ὁ κακομοίρης: «Ἄσε με νὰ γυρίσω!
Δέν εἶμ᾽ ἐγὼ γιὰ πόλεμο, μὰ νὰ προσέχω πίσω –
νὰ φροντίζω τὶς γυναῖκες… Πίσω νὰ μ᾽ ἀφήσῃς!..»


Τώρα… νάτα,.. νάτα τ᾽ ἀποτελέσματα!:
ὁ ἑαυτός μου ἐγὼ ἀ π ο δ ῶ
κι ὁ ἑαυτός μου αὐτὸς ἀ π έ ν α ν τ ι!..


Δία,.. σῶσε τὸν καλό σου τὸ Σωσία!