Posted on

Ἐκ τῆς «Καταβάσεως»

εκ-της-καταβάσεως-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Ἥτις σοι κρύπτεται ἀμίλητη ἐντὸς τοῦ μεγάρου τοῦ Βίου
σέ περιμένει διὰ ’νὰ ἔλθῃς φωνὴν εἰς καρδίαν ’νὰ φέρῃς,
σέ περιμένει ’νὰ σώσῃς αὐτὸν ἀπὸ χρόνιον ἄλγος
καὶ μετὰ σοῦ τὴν πνοὴν ’ν’ ἀποκτήσῃ, τὴν νέαν ἀγάπην.
Θὰ εἶνε ἡ ἀγάπη ὡσὰν στέγη εἰς τῶν χρόνων τ’ ἀπέραντα πλήθη,
θὰ εἶνε ἡ ἀγάπη τὰς γλώσσας τοῦ Κόσμου κατέχουσα πάσας.
Ἥλιος πρῶτος αἰώνων φωτίζει τὸ πρόσωπον ταύτης.
Σύ νυν προχώρει εἰς χαρὰς καινουργεῖς· ἀναμνήσθητι τότε:
Κύκλος τὰ πράγματα, κέντρον ἐχεις, περιφέρειαν γράφουν·
ἅπαν – καλὸν καὶ κακόν – εἰς φλοιὸν τοῦ σαρκίου προσκρούει·
πόνον παρέχουν προσέτι καὶ ἀγάπης καί δόξης προσκρούσεις.
Εἰς ἐπικράτειαν σὺ τῆς ἀγάπης ἐκ νέου θὰ εἰσέλθῃς.
Τότε θὰ ἑνίσῃς θυμὸν μετὰ πνεύματος διὰ τοῦ ἑτέρου,
σῆμα ὑπερβαῖνον τοῦ χώματος ἀκινησίαν -θανάτου.

Posted on

Ἀπὸ τὸν «Σόλωνα»

από-τον-σόλωνα-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Βαρειόμοιρέ μου Φοίνικα, πουλί μου ἐσὺ καημένο,
μὲ τὰ πυρά σου πούπουλα καὶ τὴ θερμή σου ἀνάσα
π᾽ ὅλο καὶ κατακαίγεσαι καὶ μές ἀπὸ τὶς στάχτες
ξαναγεννιέσαι ᾽λεύθερος στὰ ὕψη νὰ πετάξῃς,
τὴ δόξα τοῦ Ἄμμωνος Διὸς κ᾽ ἐσύ νὰ κοινωνήσῃς.
Ἀπόκει θένα κατεβῇς στὰ χτίσματα τοῦ ἀνθρώπου
καὶ πρῶτο-πρῶτο θεναὐρῇς τοῦ Χέωπος τὸν τάφο
ποὺ ἡ κορυφή του στέκεται στὴν ἄκρη τῆς ἐρήμου
ρίχνοντας ἥσκιο φοβερόν στοῦ Νείλου τὴν κοιλάδα.
Ἐσύ πεφτοσηκώνεσαι στῶν ζωντανῶν τὸν Κόσμο,
ἐκεῖνος ἔχει γιὰ αἴγλη του τὰ βάθη τῶν διαδρόμων.
Ἐσύ πετᾶς καὶ χάνεσαι μές στ᾽ οὐρανοῦ τὰ πλάτη,
ἐκεῖνος μές στὰ χρυσαφιὰ τὴ Στύγα κατοπτεύει.
Ἐσύ μές τοὺς ἀγέρηδες μὲ τ᾽ ἁπλοφτέρουγά σου,
ἐκεῖνος παρακάθεται στοὺς δικαστὲς τοῦ ᾍδου.

Posted on

Ἡ τέχνη γιὰ τὸ κάλλος

ευστράτιος-σαρρής-η-τέχνη-για-το-κάλλος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Ἡ ἐμμορφιὰ ἐντὸς κρατεῖ τὸ ἦθος,
τ᾽ ἄναρχον, τὸ ἀνάλλαγον, τὸ αἰώνιο,
τὸ ἀπάτητο τοῦ θείου λόγου βύθος.
Δὲν ἔχει χρεία κύκλιο κι ὀρθογώνιο
λόγου σκουτάρι ὅπου ὁ θνητὸς ὑψώνει
σὰν ᾽μπρός του ἐφάνη ζεῦγος καταχθόνιο:
Ὁ θεριστὴς μὲ τ᾽ ἄτι ὅντες ζυγώνῃ,
φράζεται μὲ τειχιά, δόξες καὶ νόμους,
καμώνεται τὸν ἥσκιο ὅπου πετρώνει.
Τὸ κάλλος δὲ ζητάει καιροὺς καὶ χρόνους,
χύνετ᾽ ἐκ τὴν ἀείῤῥοη πρωτοκρήνη
φτάνει ὥσμε τὴν ψυχὴ ἀπὸ μύριους δρόμους.
Μολεύεται ὡς κυλᾶ μὰ ὅ,τι θὰ μείνῃ,
ἀλήστου γεύσεως νέκταρ, τὸ γνωρίζει,
προσγονατίζει, ἀχόρταγη, καὶ πίνει.
Τ᾽ ὥρηον οὐδείς τοῦ Γίγνεσθαι θεσπίζει
μήτε τοῦ κεντρικοῦ πυρὸς ἡ ἑστία·
φωτόβροχο τοῦ Ἑνός τὸ πᾶν ῥαντίζει.
Ἕδρες, σχολές, κατώγια καὶ γραφεῖα
ματαίως ἱδροκοποῦν νὰ τὸ μορφώσουν
μὲ μῆτρες, μανιφέστα κι ἄλλ᾽ ἀστεῖα.
Πῶς τὴ βροχὴ νὰ λιθοπεριζώσουν,
τὸ σύγνεφο πῶς ν᾽ ἁλυσοδαμάσουν,
κάθε ἀρετὴ ἐνέχει τί νὰ ὀρθώσουν.
Ὄντα χτιστά, καίγονται ν᾽ ἀπεικάσουν
μ᾽ ἥσκιους μέσ᾽ στὸ ψυχρὸ σπηληοντουβάρι
τὰ αἰθέρια, καὶ τὸν οὐρανὸ ἀποτάσσουν.
Τὸ κάλλος δὲν μετριέται μὲ καντάρι,
μακρόθε ἀναβοσβήνει θεῖος φάρος
κι ὁρίζει στὴν ψυχὴ ποιὰ ὁδὸ νὰ πάρῃ.
Προμάντεμμα μιᾶς γῆς μὲ δίχως βάρος
καὶ πρωταυγὴ ὅπου δὲν θὰ στερνοδύσῃ,
περβόλι ἀμάραντο, φαντὸ στὸ θάῤῥος.
Θρασίμι ἐκεῖ δὲ μέλλει νὰ βαδίσῃ,
κεῖ αὐγάζει τὸ βασίλειο τῶν γενναίων,
κ᾽ εἰς κάθε ἀσχήμια ἡ πύλη εὐθύς θὰ κλείσῃ.
Εἷς νόμος κεῖ, τῶν ἀληθῶς ὡραίων,
τῶν ὄντως ὄντων, τῶν ἀεινῦν μαρμαίρουν,
τὸ ἐκμαγεῖο ἁπάντων τῶν σπουδαίων.
Ἡ τέχνη, ὅλες οἱ τέχνες, νὰ τὸ ξέρουν,
πολιτική, καλλιτεχνία ἢ ἄλλη,
τὸ κάλλος, θεῖο σπινθῆρα, ἐντός των φέρουν.
Πότε ἀγροικήθη ἀλήθεια πλέον μεγάλη
ἀπ᾽ τὴν ἀλήθεια: Ἡ τέχνη γιὰ τὸ κάλλος,
κι ἂν δίχως το, ψεῦδος καὶ καρναβάλι.

Posted on

Πελάγη

ζωή-τόλη-πέλαγος-απροσπέλαστο-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Νερὰ γαλανὰ ἁγιασμένα.
Νοσταλγοῦμε τοὺς πύρινους ἀφροὺς
στὴν κορυφὴ τῶν γιγάντιων κυμάτων
ποὺ λούζουν τὴν ντροπαλὴ ἀκτογραμμή.
Νωχελικὰ γλυκαίνουμε τὸν πόνο
τῆς ἐσώκλειστης προσμονῆς
ζωντανεύοντας τὴν ξεχωριστὴ αἴγλη
τῆς αἰώνιας πελαγίσιας κρήνης.
Βουτᾶμε στ᾽ ἄδυτα τῶν θελκτικῶν μυστικῶν
τῶν ὑγρῶν καταφυγίων
μὲ τοὺς πειρατικοὺς παιᾶνες
νὰ ὑμνοῦν τὸν οἶστρο τῆς ἐρωτικῆς ἐλευθερίας.
Πελάγη ἀπροσπέλαστα
οἱ εὐχὲς τοῦ ποντοπόρου μέλλοντος.

Posted on

Λάμψιν…

θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος-διονύσιος-σολωμός

Λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη,
Χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
Φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
Κι’ ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

Posted on

Τὰ χρόνια τῆς ἀρρώστιας…

δεκαπεντασύλλαβοι-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

νομίζουνε πὼς τώρα δά ξεκίνησαν-μετρᾶνε.
Μὰ πίσω πάει τὸ κακὸ καὶ χρόνους μᾶς παιδεύει.
Ἂν ἀπειλὴ δὲν ἔβλεπα κοντά νὰ στέκῃ τώρα,
θενἄλεγα πὼς ἄρχισε ἀπὸ τὴ γέννησή μας.
Ὅμως θὰ γίνω πρακτικὸς καὶ ψάχνω τὴν πηγή του
τὰ χρόνια ποὔχω θύμηση καὶ πάντα μὲ πληγώνουν.
Γι᾽ αὐτό κ᾽ ἐγὼ λοιπὸν ἐκεῖ! -τραγούδι συνεχίζω:
καὶ μὲ χαρὰ καὶ μὲ γιορτή, καὶ μὲ χαμὸ καὶ θλίψη.
Ἀλήθεια τί μ᾽ ἀπόμεινε νὰ κάμω γιὰ καλό σας,
παρὰ νὰ λέγω τὰ κρυφὰ ποὺ πνέουν στὸν ἀγέρα
καὶ μάρτυράς τους στέκεται ἡ ἀνάσα καθενός μας;
Θὰ συνηθίσουμε ὅλοι μας ὁ,τι μᾶς φανερώθη
καὶ θὰ ξαναγαπήσουμε ν᾽ ἀκοῦμε λόγον ἄλλον
ἀπὸ τὸν ἕνα τὸ λειψὸ τὰ χρόνια τῆς ἀρρώστιας.
Καὶ τί ζητάω γιὰ μένα πιά;: Τὸ λόγο μου τὸν ξέρω –
ὁ ἴδιος μὴ τὸν νοθέψω ἐγώ μ᾽ ἐκεῖνον τοῦ θανάτου.

Posted on

Ἔρως λυσιμελής: Δελτίο τύπου

έρως-λυσιμελής-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

ἠδ᾽ Ἔρος, ὃς κάλλιστος ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσι,
λυσιμελής, πάντων τε θεῶν πάντων τ᾽ ἀνθρώπων
δάμναται ἐν στήθεσσι νόον καὶ ἐπίφρονα βουλήν.
Ἡσιόδου Θεογονία, στ. 120-2.

Κυκλοφορεῖ τὸ ἀνθολόγιο: Ἔρως λυσιμελὴς μὲ κείμενα τριάντα δημιουργῶν, ὅπως συμμετεῖχαν στὸν 1ο Λογοτεχνικὸ Διαγωνισμὸ τοῦ ἱστολογίου τέχνης καὶ πολιτισμοῦ koukidaki.gr· τὰ βραβεῖα ἀπενεμήθησαν τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2020.

Στὸν Ἔρωτα λυσιμελῆ φωτίζονται οἱ πολλὲς ὄψεις τοῦ ἔρωτα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀτόμου, στὶς προσωπικὲς σχέσεις, στὴ ζωὴ μιᾶς οίκογένειας καὶ στὴν κοινωνία ὡς πρὸς τὴ λειτουργία καὶ τὶς διάφορες κανονιστικὲς ἐπιταγὲς πρὸς τὰ μέλη της. Ὁ τόμος καλύπτει ἀπὸ ποιητικὴ πρόζα καὶ διήγημα ὥς ἐλεύθερο στίχο καὶ κλασικὴ στιχουργία, παραδίδοντας μιὰν ἐνδεικτικὴ στιγμὴ τῆς σύγχρονης Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας.

Posted on

Τῶν γονέων μὴ λέγε δικαιότερα

σόλων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Γονεῖς καὶ γηραιότεροι,
γενιὲς ὁλάκερες ποὺ πέρασαν –
ὅλοι τους γιὰ τὰ προβλήματα ποὺ ζῇς
ἔχουνε πιὰ ἀθῳωθῆ στὸ δικαστήριο τοῦ Χρόνου.

Τὰ κτίσματά τους κ᾽ οἱ φωτογραφίες τους
στέκουνε τώρα πιὰ ὡραϊσμένα, σιωπηλὰ ἐνθύμια
σὲ μιὰ στιγμὴ πρὶν τὴ στιγμὴ ποὺ σὲ χωράει μέσα της,
ἐκείνη τὴν πλέον ἀνεπίστροφὴ γιὰ σένα, δύστυχε κριτή.

Ἀπὸ νεκροὺς καὶ μελλοθάνατους
θένα ζητᾷς εὐθύνη; Δέν κατάλαβες
ὅτι τὸ χῶμα, καθὼς πέφτει ἀμίληκτα,
κάθε ἀνομία καὶ κακία καλύπτει;

Ἄντε… ν᾽ ἀφήσῃ λίπασμα τὸ ἐλάχιστο καλό τους…

K᾽ ὕστερα, στ᾽ ὄργωμα τοῦ τόπου
θὰ κοπιάσουμε, θὰ ματώσουμε,
θὰ κλείσουμε, θὰ σφραγίσουμε τ᾽ ἀφτιὰ
τὰ λόγια νὰ μήν ἀκοῦμε τῆς καταστροφῆς.
Ὅλα θὰ τὰ κάνουμε μὲ τόση θέρμη,
ὥστε τὸ θὰ ἀποκατεστημένο πιὰ
θὰ δηλώνῃ καὶ δέ θὰ κοροϊδεύῃ.
Αὐτά θὰ λέμε στὰ μισὰ τοῦ δρόμου
γαλήνια πιστεύοντάς τα κιόλας.
(Θέλει καὶ λίγη ἀφέλεια προσποιητή,
γιὰ ν᾽ ἀποκοιμίζωνται τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα,
ὅταν παραπονοῦνται στὴ σκληρή ἐργασία.)

Ὅλα, λοιπόν, θὰ τὰ ἐπιχειρήσουμε.
Γιατὶ εἴτε πίσω ἐδῶ ξεμείναμε
εἴτε μαρτυρικά ἐννοήσαμε πὼς
δεμένη ἡ μοῖρα μας βυθίζεται
ὡς νέα ἄγκυρα στὸν παληὸ βυθό.
Μὰ τὴν ὥρα τοῦ ἐφελκυσμοῦ,
σὰ θἄχουμε κ᾽ ἐμεῖς σκουριάσει,
εὐχή μᾶς δίνω καὶ κατάρα
πρῶτο στὸ νοῦ μας νἄχουμε
πὼς ὅ,τι ἄξιο κι ἂν στήσαμε,
τοῦ Κόσμου τὸ πρόβλημα
ποτέ μας δὲν τὸ λύσαμε·
κληρονομιά τὸ ἀφήσαμε
στὸ νέο καὶ γενναῖο
γιὰ νἄχῃ νὰ ὀνειρεύεται,
γιὰ νἄχῃ καὶ νὰ φτειάχνῃ.

Posted on

Ἴχνος στὸν πυθμένα

σόλων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ τὸν Σόλωνα: Πολιτικό Ἐπισκέπτη Σοφὸ τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Ἀπὸ μιὰν ἀκτὴ στὴν ἄλλην,
προχωροῦσε τὸ πλοῖο·
ἂν κάνῃ καὶ ξεφύγῃ,
τὸ δρόμο του θὰ χάσῃ.
Τὴν Παλαιστίνη ἀφήνει
καὶ πάει γιὰ Φοινίκη.
Τώρα περνᾶ τὴν Τύρο
καὶ στρίβει γιὰ τὴν Κύπρο.

Μές στὰ ὕδατα σὰν κάτι
νὰ κινῆται στὰ βάθη –
σὰ νὰ σκοτώνῃ ὁ Φοῖβος
τὸν Πύθωνα μὲ βέλη
καὶ ν᾽ ἀποθέτῃ κάτω
τὸ σκοτωμένο σῶμα.
Ἀπ᾽ τὶς πληγές του βγαίνει
τὸ σαπισμένο τὸ αἷμα.

Λεπτοφυές ἀργοκυλᾶ
προλέγοντας ζητήματα
τοῦ μέλλοντος·
προλέγοντας ζητήματα
λεπτοφυές ἀργοκυλᾶ.

Posted on

Οἰκιστής

σόλων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ τὸν Σόλωνα: Πολιτικό Ἐπισκέπτη Σοφὸ τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Ἔφτασα στὴν Κύπρο -ὡραία νῆσος! Μὲ φιλοξένησε καὶ μὲ «φίλεψε» ὁ Φιλόκυπρος, βασιλιᾶς ἐκεῖ τῆς Αἰπείας κοντὰ στὸν Κλάριο ποταμό. Θυμόταν τὸ Δημοφῶντα τοῦ Θησέως ποὺ θεμελίωσε τὴν πόλη. Μὲ συμπάθησε. Μοῦ φέρθηκε πολύ καλὰ καὶ πῶς νὰ τὸν ἀφήσω ἔτσι;.. Ἔπρεπε νὰ βοηθήσω κ᾽ ἐγώ σὲ κάτι.

Ἡ πόλη – ὄμορφη, δέ λέω… – βρισκόταν σὲ λάθος σημεῖο. Ἄχ, Δημοφῶντα πατριώτη! Ἀντὶ νὰ κατεβῇς κάτω στὴν εὔφορη πεδιάδα, μοῦ ἀνέβασες τὴν πόλη ψηλά… Εἶδα κι ἀπόειδα νὰ πείσω τὸ Φιλόκυπρο κάτω νὰ τήνε φέρῃ.

Ὁ ἴδιος ἐπέβλεψα τὴ μετοικεσία. Συνέρρευσαν ἀπὸ τὶς γειτονικὲς περιοχές· ἔγινε ἀντικείμενο φθόνου ἡ ἐπικράτεια τοῦ φίλου Φιλοκύπρου. Πρὸς τιμήν μου, λένε πιὰ τὴν πόλη Σόλους. Εὐχήθηκα μὲ μιὰν ἐλεγεία, σὰν ἔφευγα, νὰ ζῇ καὶ νὰ βασιλεύῃ ἔτη πολλά ὁ Φιλόκυπρος κ᾽ ἡ γενιά του. Ἡ Κύπρις Ἀφροδίτη εἶπα νὰ τοὺς φυλάῃ καὶ νὰ μοῦ δώσῃ καλὸ γυρισμὸ στὴν πατρίδα.

Καθὼς ἔφευγα ἀπὸ τὴ νῆσο, κοίταζα τὸ μέτωπο τῆς παραλίας: Θεόμορφος τόπος, τῷ ὄντι, μὲ τὶς καλλίγραμμες τὶς νύμφες τοῦ Κλαρίου νὰ κατηφορίζουν ἀπ᾽ τὰ βουνὰ στὴ θάλασσα. Θνητὸς νὰ μή βρεθῇ γιὰ πολὺ νὰ κόψῃ στὰ δυό τὴν πομπὴ ἐτούτη ἐδῶ! Θνητὸς νὰ μή βρεθῇ στὰ δυό τὴν καρδιὰ τῆς νήσου νὰ μοιράσῃ! Ἀλλ᾽ ἀφανεῖς οἱ σκέψεις τῶν θεῶν..- ποιός ξέρει τί βάσανα θὰ φέρουνε στὰ μύρια τῶν ἐτῶν ποὺ θἄρθουνε;.. Καὶ τί καλὰ πάνω στ᾽ ἄσχημα;..

Posted on

Ὦ ἄνθρωπε…

σόλων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Ὦ ἄνθρωπε, ἄνθρωπε, πάντα παιδί μές στὸν Κόσμο θὰ στέκῃς:
νήπιο θἆσαι στὸ νοῦ -γέρος πολύ στὸ κορμί.

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος,
Σόλων: Πολιτικός Ἐπισκέπτης Σοφός,
Τὸ ἐπίγραμμα τῆς Ἱστορίας.

Posted on

Ἀπὸ τὸν «Μαρτῖνο Λούθηρο»

maria-tryti-vennerød-μαρτίνος-λούθηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Εἶμ᾿ ἕνα ἑρπετό.
Κάθομαι πάνω σὲ μιὰ πέτρα.
Τὸ βλέμμα μου στραμμένο στὸ Σύμπαν.
Κάθε ἴνα μές στὴ σάρκα τοῦ ἑρπετοῦ ποθεῖ τὸν Κόσμο.
Η σάρκα ποθεῖ τὸ Σύμπαν, μὰ καὶ τὸ Σύμπαν ποθεῖ ἐμένα…

Ἀπὸ τὸν Μαρτῖνο Λούθηρο τῆς Maria Tryti Vennerød
σὲ πρώτη διεθνῆ κυκλοφορία.

Posted on

Ἀπὸ τὸν «Ἐνὼχ Ἄρντεν»

alfred-tennyson-ενώχ-άρντεν-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Εὐηρέστησεν Ἐνὼχ τῷ θεῷ
καὶ οὐχ ηὑρίσκετο,
ὅτι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ θεός.
Γένεσις Ε΄ 24.

Posted on

«Μὴ ψεύδου, ἀλλ᾽ ἀλήθευε» ἀπὸ τὸν «Σόλωνα»

σόλων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τὴ νύχτα, ὕπνος δέν τὸν ἔπιανε καὶ στριφογύριζε.
Τὰ ξημερώματα σηκώθηκε -πῆγε στὸν καθρέφτη.
Στάθηκε καὶ κοίταζε μές στὸ εἴδωλο τὸ κάθετί
Ἔπιασε αὐστηρά -ρωτοῦσε ἐπίμονα: «Ἀληθεύεις;
Εἶσαι, πράγματι, αὐτός ποὺ λές στοὺς ἄλλους;
Ἀπάντα! Μή σωπαίνῃς!» Τίποτα δὲν ξέφευγε·
τὴν ὅποια σύσπαση ἐπόπτευε τοῦ δέρματος.
«Κάτι καταφέρνεις… Προχώρα: Μή ψεύδεσαι,
ἀλλ᾽ ἀλήθευε. Ἀλήθευε καὶ γνώριζε, καθρέφτη μου,
ὅτι τὸ πρότυπο τὸν τρόπο τὸ δικό σου κρίνει.»

Posted on

«Πουθενά παννάκι» ἀπ’ τόν «Ἐνὼχ Ἄρντεν»

BorneoRainforest DSC 9267.JPG
By T. R. Shankar Raman – Own work, CC BY-SA 4.0, Link

Τὸ δεντρόφυτο ὥς τὴν κορυφὴ βουνό,
τὰ δρομάκια π᾽ ἀνέβαιναν στὸν Οὐρανό,
τὰ κλαδιά-λοφία πάνω στὰ δέντρα,
τὶς λάμψεις τῶν πουλιῶν καὶ τῶν ἐντόμων,
τὰ φίδια ποὺ γυαλίζαν τυλιγμένα
στοὺς κορμούς, καὶ τρέχανε σαΐτες
ἀπ᾽ τό ᾽να ἄκρο στ᾽ ἄλλο, μὰ καὶ τὸ φῶς
– τὴ δόξα! – τοῦ τοπίου ποὺ ἁπλωνόταν..-
ὅλα τους τἆδε· μὰ ὅ,τι λαχταροῦσε
καὶ δ έ ν εἰδε, ἦταν μορφὴ ἀ ν θ ρ ώ π ο υ·
μήτε κι ἄκουσε ἀνθρώπινη λαλιά· ἀλλ᾽ ἄκουγε
τὸ μυριόστομο τὸ κρώξιμο ἀπ᾽ τὰ θαλασσοπούλια,
τὸ ἀστραπόβροντο, λεῦγες μακριὰ στοὺς ὕφαλους,
τὸν ψίθυρο τῶν δέντρων σὰν κινοῦνταν
δαρμένα ἀπ᾽ τοὺς ἀνέμους, καὶ τὸν κρότο
ἀπὸ χείμαρο ποὔφτειαχνε τὸ κῦμα,
σὰν κυλοῦσε ὁρμητικά στὴ θάλασσα. Ὁλημερίς
καθότανε συχνὰ κοιτῶντας μές στὸν πόντο,
ὡς ναυαγός, μὴ κ᾽ ἐμφανιστῇ κάνα παννάκι·
μὰ δ έ φαινόταν… Καὶ κάθε μέρα
ἀντίκρυζε τὸν ἥλιο μὲ τὶς κόκκινες ἀχτῖδες του
ἀνάμεσα σὲ φοινικιές, σὲ φτέρες καὶ γκρεμούς,..
τὸ ἀεράκι πέρα στ᾽ ἀνατολικά νερά,
τὸ ἀεράκι πάνω στὸ νησί,..
τὸ ἀεράκι στὰ δυτικά νερά·
ἔπειτα τ᾽ ἄστρα τὰ μεγάλα στὸ στερέωμα,
τὸν βρυχούμενο ὡκεανό, καὶ πάλι
τὶς κόκκινες ἀχτῖδες στὸ ἡλιοβασίλεμα..-
μὰ π ο υ θ ε ν ά παννάκι!..

Posted on

Ἡ ἔναρξη τοῦ «Ἐνὼχ Ἄρντεν»

alfred-tennyson-ενώχ-άρντεν-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Σειρὲς μακριές μὲ βράχια ἔχουνε φτειάξει χάσμα
καὶ μές στὸ χάσμα ἀφρὸς καὶ κίτρινη ἄμμος·
στὸ βάθος στέγες κόκκινες σὲ στενή ἀποβάθρα
πλάι-πλάι· παραπέρα, ἕνα ἐκκλησάκι· πιό πάνω
δρόμος μακρύς πρὸς ἕναν ψηλό, σὰν πύργο, μύλο·
παραπίσω στὸν ὁρίζοντα σταχτὴς ἀμμόλοφος
μὲ τάφους Δανικούς· ἐκεῖ δασάκι ἀπὸ φουντουκιὲς
ποὺ στοιχειώνεται ἀπὸ φθινοπωρινοὺς συλλέκτες
καὶ καταπράσινο, ἀνθίζει στὴν κατηφοριά…

Στὴν παραλία τούτη – πᾶν ἑκατὸ χρόνια –
τρία παιδιὰ ἀπὸ τρία σπίτια: ἡ Ἄννα Λή,
ἡ ὀμορφότερη κοπέλα στὸ λιμάνι ὁλάκερο,
ὁ Φίλιππος Ρέυ, ὁ μοναχογιὸς τοῦ μυλωνᾶ,
κι ὁ Ἐνὼχ Ἄρντεν, τὸ παλληκάρι ἑνὸς ναύτη
σὲ ναυάγιο σκοτωμένου, παίζανε μαζὶ
μές σὲ σκουπίδια καὶ σὲ σανίδες πεταμένες,
σὲ καραβόσκοινα, στὰ δίχτυα τῶν ψαράδων,
σ᾽ ἄγκυρες ὅλο σκουριά, σὲ βάρκες ἔξω τραβηγμένες·
παλάτια χτίζανε οἱ τρεῖς τους πάνω στὴν ἄμμο
καὶ βλέπαν πῶς πλημύριζαν χαλῶντας τα
τ᾽ ἄσπρο κῦμα, σὰν αὐτὸ καθημερνὰ
ἔσβηνε τὶς μικρὲς πατημασιές τους.

Κάτω ἀπ᾽ τὰ βράχια βρισκότανε στενὴ σπηλιά·
τὴν εἶχαν τὰ παιδιὰ γιὰ νοικοκυριὸ καὶ παίζαν:
Ἦταν ὁ Ἐνὼχ μιὰ μέρα ὁ νοικοκύρης, ὁ Φίλιππος τὴν ἄλλη
καὶ π ά ν τ α ἡ Ἄννα, ἡ κυρά· μὰ κάποτε
ἤθελε ὁ Ἔνώχ «ἰδιοκτήτης» νάναι μ ι ὰ β δ ο μ ά δ α:
«Αὐτό εἰναι τὸ σπίτι μου, κι αὐτή εἰν᾽ ἡ κοπελιά μου!»
«Καὶ δικιά μου!», ἔλεγε ὁ Φίλιππος. «Μὲ τὴ σειρά!..»
Ὁ Ἐνώχ, ὅταν μαλώνανε, σὰν πιό χεροδύναμος,
νικοῦσε καὶ τοῦ Φίλιππου τὰ γαλανά τὰ μάτια
γεμίζανε μὲ δάκρυα θυμωμένα κι ἀβοήθητος
φώναζε: «Σὲ μ ι σ ῶ, Ἐνώχ!»· μὰ τότε
ξεκίναγε νὰ κλαίῃ ἡ μικρὴ νοικοκυρά –
ἱκέτευε – γιὰ χάρη της! – νὰ μή μαλώνουνε·
κ᾽ ἔλεγε πὼς καί τῶν δ υ ό τους θάναι νύφη.

Μά, σὰν ἡ αὐγὴ τῶν παιδικῶν τῶν χρόνων ἔφυγε
καὶ τὴ νέα θερμότητα τοῦ ἀνερχόμενου ἥλιου τῆς ζωῆς
ἔνοιωσε καθείς, κ᾽ οἱ δ υ ό τους ἐρωτευτήκανε
τὸ ἴ δ ι ο αὐτὸ κορίτσι. Πρῶτος μίλησε ὁ Ἐνώχ,
ὅμως ὁ Φίλιππος τὴν ἀγαποῦσε σιωπηλά· καὶ τὸ κορίτσι
φαινότανε νὰ συμπαθῇ περσότερο τὸ Φίλιππο,
μὰ τὸν Ἐνώχ ἀγάπαγε… χωρίς νὰ τὸ γνωρίζῃ…
Κι ἂν τὴ ρωτοῦσαν, θὰ τὸ ἀρνιόταν! Κ᾽ ἔβαλε ὀ Ἐνὼχ
ἕνα σκοπὸ στὸ νοῦ του μέσα πρῶτο:
ὅ,τι κι ἂν κέρδιζε στὴν ἄκρη νὰ τὸ βάζῃ
καὶ ν᾽ ἀγοράσῃ βάρκα καὶ σπιτικὸ νὰ στήσῃ
γιὰ τὴν Ἄννα. Πρόκοψε λοιπὸν στὸ τέλος,
γιατὶ τυχερώτερος καὶ τολμηρότερος ψαρᾶς,
στὰ δύσκολα προσεκτικώτερος, κανένας δὲν ἀνάσαινε
γιὰ λεῦγες πόσες σὲ τοῦτο τ᾽ ἀκρογιάλι
ἐκτός ἀπ᾽ τὸν Ἐνώχ… Ἐργάστηκε ἕνα χρόνο
ὡς ἔμπορος σὲ πλοῖο κ᾽ ἔγινε μὲ τὸν καιρὸ
ναύτης πρώτης. Τρίς ἐγλύτωσε τὴ ζωή του
ἀπ᾽ τῆς θάλασσας τὰ τρομερά τὰ ρεύματα
κι ὅλοι τὸν κοίταζαν μὲ δέος καὶ μ᾽ ἀγάπη…
Προτοῦ πατήσῃ τὸ Μάη στὰ εἴκοσι ὀχτώ του,
ἀγόρασε δικιά του βάρκα κ᾽ ἔχτισε τὸ σπίτι
γιὰ τὴν Ἄννα, σὰ μιὰ φωλιὰ χαρούμενη, στὴ μέση
τοῦ δρόμου τοῦ στενοῦ ποὺ πήγαινε στὸ μύλο.

Posted on

Τὸ φῶς φέρνει τὰ πάντα…

φάος-ηελίοιο-ήλιου-φως-ιλιάς-όμηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

ἀέκουσιν ἔδυ φάος
ἀθέλητά τους ἔδυσε τὸ φῶς
Ἰλιὰς ραψῳδία Θ, στίχος 487

Τὸ φῶς φέρνει τὰ πάντα:

ζ ω ή· χαρά, εἰρήνη, γνώση, ἔρωτα·

τρόμο, φθόνο, πόλεμο καὶ μάχη· θ ά ν α τ ο.

Δέ διστάζει τὸ φῶς νὰ κάνῃ τὸ δικό του.

Ξεχνάει τὶς ἐλπίδες τοῦ ἀνθρώπου.

Δέ λογαριάζει τὴν αὐθορμησία του.

Τὸ φῶς μᾶς καθιστᾷ ὑπαρκτούς καὶ μᾶς ἐξολοθρεύει.

Οἱ ἀχτῖδες ἄλλοτε φτάνουνε χάδι στὸ δέρμα -ἄλλοτε καρφιά σὲ διαμπερῆ τραύματα.

Τὸ φῶς τὰ κάνῃ ὅλ᾿ αὐτά.

Νὰ τὸ θυμᾶται αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μήν πάῃ μακρύτερα ἀπ᾿ τὸν ἥσκιο του.

Νὰ μή ζητάῃ πολλά, ἐπειδὴ τοῦ ᾿λαχε κάτι κ᾿ ἐκεῖνος νὰ βλέπῃ..- νὰ χαίρεται τὶς μορφὲς καὶ τὰ χρώματα.

Νὰ τὸ θυμᾶται αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος.

Νἄχῃ μιὰν ἁπλότητα στὸ βλέμμα του ὅμοια μὲ τοῦ τοπίου τῆς Ἰλιάδος:

Λιθάρι πάνω σὲ λιθάρι -ἥσκιος σ᾿ ἥσκιον πάνω,
χέρι σὲ χέρι πάνω -σὲ καρδιά, καρδιά ἀλλη μέσα,
ζωή νὰ στέκῃ ὁλόγυρα καὶ θάνατος στὴ μέση.

Posted on

«Γέννα καὶ τοκετός» ἀπὸ τὴν «Ἀνδροδικία»

ἀνδροδικία-θεοδόσης-ἀγγ-παπαδημητρόπουλος

ΜΑΡΤΥΡΑΣ B΄:
Ἡ ἀγάπη πάντα τρυπάει τὸ λογισμό·
κ᾽ ἡ δικιά μου ἡ ἀγάπη – τοῦ πατέρα ἡ ἀγάπη –
δὲν ἔχει ἀνάλογο. Γιατὶ μπορεῖ ἡ γυναῖκα νὰ τίκτῃ,
ἀλλὰ ἀπὸ τὸν πατέρα ξεκινάει ἡ ζωή –
αὐτός γεννάει, ὅπως λέγαν οἱ Ἀρχαῖοι.

ΕΝΑΣ ΕΝΟΡΚΟΣ (Μουρμουριστά):
Ἀνάθεμα τοὺς Ἀρχαίους καὶ τί καταλαβαίνετε.