Ἀνάρτηση στὶς

Νικολὸ Μακιαβέλλι, «Τύχη κι Ἀρετή»

μακιαβέλλι-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπ’ τὴν ἐνιαία ἔκδοση τοῦ Ἡγεμόνα, μαζὶ μὲ τὸ θεατρικὸ ἔργο Μακιαβέλλι. Βλ. ἐδῶ.]

Δέ μοῦ εἶναι ἄγνωστο πὼς πολλοί ἄνθρωποι πίστευαν, καὶ πιστεύουν, ὅτι τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου διέπονται ἀπ᾿ τὴν Τύχη καὶ τὸ Θεὸ μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἡ ἀνθρώπινη φρόνηση νὰ μήν μπορῇ νὰ τὰ χειριστῇ -ὥστε νὰ μήν ὑπάρχει γιατρειὰ γιὰ τὰ πολλὰ τοῦ κόσμου. Ὁπότε, κρίνουν αὐτοὶ πὼς πρέπει νὰ ἐγκαταλείπουμε τοὺς ἑαυτούς μας πάντοτε στὴν Τύχη, ν᾿ ἀφήνουμε στὴν ἄκρη κάθε μάταιη σκέψη γιὰ τ᾿ ἀνθρώπινα. Τὴν ἀποδέχθηκαν πολλοί αὐτὴ τὴν ἄποψη ἀπ᾿ τοὺς σύγχρονούς μας, λόγῳ τῶν μεγάλων κι ἀπροσδόκητων μεταβολῶν ποὺ εἴδαμε καὶ βλέπουμε.

Αὐτά ἀναπολῶντας κάπου-κάπου, ἔκλινα κ᾿ ἐγὼ στὴν ἐν μέρει παραδοχὴ τῆς ἄποψης· ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει σὲ μᾶς ἐλεύθερη βούληση, νομίζω ὡς ἀληθὲς μόνον ὅτι ἡ Τύχη διέπει κατὰ τὸ ἥμισυ τὶς πράξεις μας κι ἀφήνει στὴ βούλησή μας τὸ ἕτερο ἢ κάτι λιγώτερο… Παρομοιάζω τὴν Τύχη μ᾿ ὁρμητικὸ ποταμὸ πού, ὅταν πλημυρίζῃ, καταποντίζει πεδιάδες, ξεριζώνει δέντρα, καταστρέφει κτήρια, μεταφέρει τὴ γῆ ἀπ᾿ τό ᾿να μέρος στ᾿ ἄλλο· στὴν ὁρμή της, καθένας φεύγει κ᾿ ὑποχωρεῖ, μή μπορῶντας ν᾿ ἀσκήσῃ τὸ ἐλάχιστο ἐμπόδιο. Κι ὅμως..- οἱ ἄνθρωποι μποροῦν, πρὶν ἀπ᾿ τὴν πλημύρα, νὰ προλάβουν τοὺς κινδύνους μὲ προχώματα ὥστε, σὰν ἔρθῃ ἐκείνη ἢ νὰ κατευθυνθοῦν τὰ ὕδατα σ᾿ αὐλάκια ἢ ἡ ὁρμή τους νὰ ἐξασθενίσῃ καὶ νὰ γίνῃ λιγώτερο ἐπιβλαβής. Μοιάζει πολύ μὲ τὸν ποταμὸ ἡ Τύχη, κυλῶντας ὁρμητικὴ ὅπου δέν ὑπάρχει Ἀρετὴ νὰ τῆς ἀντισταθῇ -ἐκεῖ στρέφει τὴ ροή της, ὅπου ξέρει ὅτι δέν ὑφίστανται ἐμπόδια ἱκανὰ νὰ τὴν ἀνακόψουν.

Ἀνάρτηση στὶς

Γιάννης Ρίτσος, ἀπ’ τή «Ρωμηοσύνη I»

ιλιάς-φάος-ηελίοιο-ήλιου-φως-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Στὴν προμετωπίδα τῆς ἑπόμενης ἔκδοσης: Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς – Γιὰ τὸ τοπίο τῆς Ἰλιάδος, τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου [Ἀθήνα 2019, σελ. 9]:

Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρό σὰν τὴ σιωπή·

σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στὸ φ ῶ ς τὶς ὀρφανὲς ἐληές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,

σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό -μονάχα φῶς.

Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἥσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἑρρῖκος Ἴψεν, «Ἐμπρός, ξωτικά!..»

ερρίκος-ίψεν-νύχτα-τ-αγιαννιού-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Ἀπ’ τἩ νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ, Β΄ πράξη, Α΄ σκηνή· μτφ: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.

ΑΘΕΑΤΑ ΞΩΤΙΚΑ:
Σιγά! Σιγά! Καθὼς ἡ Νύχτα ἔρχεται…
Στὶς θέσεις σας, ὀρδὲς τῶν ξωτικῶν!
Τὸ κάλεσμα ἀκούστε, τοῦ δάσους λουλουδάκια,
ἀνοίξτε -πέταλα σκορπίστε μυρωδᾶτα!
Ξωτικά, ξυπνήστε ἀπὸ τὸ ληθαργό σας!
Προβάλετε στὸ δάσος! Γύρω μαζευτῆτε!
Τὰ μπουμπουκάκια, στενάχωρα εἶν᾽ γιὰ σᾶς –
ἡ νύχτα ἡ θερινή, εἶν᾽ ἄνετη καὶ δροσερή…

Ἤρεμα καθήστε πλάι στὴν ἰτιὰ
καὶ μὲ τὰ σβέλτα τὰ χεράκια σας
πλέξτε μὲ κρίνους τῆς κοιλάδας
λευκὲς κορδέλες,.. παπουτσάκια!
Ντυθῆτε-στολιστῆτε μὲ ροῦχα γιορτινά
φίνα ἀπ᾽ τὰ πέταλα τῆς τριανταφυλλιᾶς
καὶ γι᾽ ἄρωμα φορέστε βιολέτας εὐωδιά,
σὰ θὰ λουστῆτε στὶς σταγόνες τῆς νυχτιᾶς!

Δέστε πῶς λαμπυρίζουν τὰ κοσμήματα –
χιλιάδες ὄμορφα, πολύτιμα πετράδια
ἤρεμα λυγίζουν τὸ γαλαζοπράσινο τὸν κρῖνο
κάτω στὸ χῶμα μὲ τὰ βρύα ν᾽ ἀκουμπήσῃ.
Δέστε πῶς οἱ ἀχτίδες παίζουν λαμπερές!
Δέστε πῶς κρέμονται σὰν πέρλες οἱ σταγόνες..-
ἡ εἰκόνα τῶν ἄστρων τῆς νυχτιᾶς
φεγγοβολάει μέσα τους βαθειά…

Πάρτε τὶς σταγονίτσες ὅπως τρέμουν
ἀπ᾽ τὰ πέταλα πάνω καὶ τὰ φύλλα,
κοσμήστε τὶς πλεξοῦδες σας μ᾽ αὐτὲς
καὶ φτειάξτε περιδέραιο μὲ πέρλες.
Στὸν ἀέρα, μ᾽ ἐλαφράδα, θὰ ταξιδέψουμε μετὰ
πάνω ἀπ᾽ τοὺς καταπράσινους λειμῶνες,
ἐνῷ θ᾽ ἀκούγεται μελῳδικά ὁ παφλασμὸς
ἀπὸ τὴν ἅρπα τῶν νυμφῶν τοῦ ποταμοῦ!..

Ἀνάρτηση στὶς

Ἑρρῖκος Ἴψεν, «Θεωρία καὶ πράξη…»

μαγκρίττ-οι-εραστές-θεοδόσης-παπαδημητρόπουλος-εκδόσεις

Ἀπ’ τἩ νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ, Γ΄ πράξη, Η΄ σκηνή, καὶ στ’ ὀπισθόφυλλο τῆς ἔκδοσης· μτφ: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.

ΓΙΕΡΓΚΕΝ: Ὅμως, πρέπει τώρα νὰ ἐγκαταλείψῃς ὅλες σου τὶς θεωρίες γιὰ τὸν Ἔρωτα…

ΠΑΟΥΛΣΕΝ: Τὶς θεωρίες μου;.. Ποτέ! Εἰς τὸν Αἰῶνα τῶν Αἰώνων ποτέ!.. Ἀλλὰ δέ θὰ τὶς ἐφαρμόζω κιόλας… Ἀφ᾽ ἑνός, ἐρωτευμένος κάποιος, ἐκλαμβάνει τὸν Ἔρωτα ἀπὸ θεωρητικὴ σκοπιά· ἀρραβώνας καὶ γάμος, ἀφ᾽ ἑτέρου,.. εἶναι πρακτικά ζητήματα κ’ οἱ θεωρίες — ὡς γνωστόν — δέν μποροῦν πάντα νὰ λειτουργοῦν καὶ στὴν πράξη…

Ἀνάρτηση στὶς

Ὁ θάνατος τοῦ Γκοτάμα

θάνατος-βούδδα-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος-εκδόσεις

Απ’ τον Πρώιμο Βουδδισμὸ τοῦ T. W. Rhys Davids· μτφ: Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος.

Μπορεῖτε ν’ ἀγοράσετε τὸ βιβλίο, ἐδῶ.

Σαράντα χρόνια ὕστερ᾿ ἀπ’ τὴ Νιρβάνα, ὁ Γκοτάμα πηγαινοερχόταν στὶς πεδιάδες τῆς Βόρειας Ἰνδίας καὶ τὰ γειτονικὰ ὑψίπεδα τοῦ Νεπάλ, κ᾿ εἶχε ἄνεση χρόνου καί γιὰ τὴν πλήρη ἀνάπτυξη τοῦ συστήματος καί γιὰ τὴ λεπτομερειακὴ μετάδοσή του στοὺς μαθητές. πέθανε πλήρης ἡμερῶν, στὰ ὀγδόντα του, στὴν Κουνισάρα -ἕνα μέρος ἀκόμα μὴ ταυτοποιημένο. Οἱ ἄνθρωποι τῆς φυλῆς του, ἔτρεφαν μεγάλο σεβασμὸ γιὰ τὸ πρόσωπό του. Ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴν καύση του, τὴ στάχτη μετέφεραν μέλη τῆς φυλῆς τῶν Μάλλα, ποὺ κατοικοῦσαν στὴν παραπλήσια πόλη. Παραδίδεται πὼς τὴ χώρισαν σ᾿ ὀκτὼ δοχεῖα. Τὰ ἕξι δόθηκαν στὶς γειτονικὲς φυλές (ἀνάμεσά τους, στοὺς Σάκυια), ἄλλο στὸ βασιλιᾶ τῆς Μαγκάντα καὶ τὸ τελευταῖο, σὲ κάποιο βραχμάνο στὴ γειτονικὴ Βεθαντίπα. Λέγεται πὼς κατασκευάστηκαν στοῦπες πάνω ἀπ᾿ τὰ ὀκτὼ κειμήλια, μὰ μονάχα μιά τους ἔχει ἀνακαλυφθῆ: ἡ ἀνεγερθείσα ἀπ᾿ τὸ βασιλιᾶ τῆς Κοζάλα Βιντούνταμπα τῶν Σάκυια στὸ καινούργιο Καπιλαβάστου, ἀφότου καταστράφηκε τὸ παλιό, λίγα χρόνια πρὶν ἀπ᾿ τὸ θάνατο τοῦ Βούδδα.