Ἀνάρτηση στὶς

Maria Tryti Vennerød, «Ὁ Μαρτῖνος στὴ Ρώμη» ἀπὸ τόν «Μαρτῖνο Λούθηρο»

maria-tryti-vennerød-μαρτίνος-λούθηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τραβάω στὴ Ρώμη, τὴν πόλη τῆς ἀγάπης, τὴν πόλη τῆς πίτσας καὶ τοῦ ἐσπρέσσο, τὴν πόλη τοῦ Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου, τὴν πόλη τοῦ Ἡρώδη, τοῦ Ἀλέξανδρου, τοῦ Καίσαρα, τοῦ Γκαριμπάλντι, τοῦ Μουσσολίνι, τοῦ Μπερλουσκόνι, τοῦ Φελλίνι, τοῦ Παβαρόττι, τοῦ Τορτελλίνι -τὴν πόλη ὅλων αὐτῶν. Θαμπώθηκα ἀπ᾿ τὸν τροῦλο καὶ τὴ μεγαλοπρέπεια καὶ τὶς τροῦφες καὶ τὸ λευκὸ κρασί, κ᾿ ἔμαθα κάπως ἐσένα, Θέ μου.

᾽Εδῶ μπορεῖ κάποιος νὰ σωθῇ…

Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔχει ἀγοράσει οἰκία…

Ἐδῶ μπορεῖ κάποιος νὰ κατορθώσῃ τὴ σωτηρία…

Per tutta la famiglia!

Συγνώμη, ἡ μαμᾶ κι ὁ μπαμπᾶς ἀκόμα ζοῦν,..

ἀλλιῶς θὰ τ᾿ ἀγόραζα κ᾿ ἐγώ νὰ τοὺς ἐλευθερώσω

ἀπ᾿ τὴν Κόλαση.

Εὐχή γιὰ τὴ μαμᾶ –

συγχώρεση γιὰ τὸν μπαμπᾶ.

Χαιρετίσματα ἀπ᾿ τὴ Ρώμη!

Ἀπίστευτες μερικὲς εὐκαιρίες γιὰ προσκύνημα,

μὰ ἡ οὐρὰ εἶναι τόσο μεγάλη…

Πηγαίνω καὶ τρώω ρέγγα ἀντὶ νὰ στέκωμαι ὄρθιος…

Μετὰ τὸ μεσημεριανό:
ἡ κλίμακα τοῦ Πιλάτου·

ἡ κλίμακα ποὺ κατέβηκε ὁ Ἰησοῦς, κ᾿ ἔπειτα τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο!..

Ὅποιος τὴν ἀνεβῆ μὲ τὰ γόνατα, θὰ σωθῇ, λέει ὁ ὁδηγός.
Λέει… πὼς τὴν κλίμακα τὴ φέραν ἀπ᾿ τὴν Ἰερουσαλήμ…

Σκαρφαλώνω
πάνω –
σκαλί-σκαλί –
γδαρμένος –
σὰν καβούρι
πεινασμένο γιὰ σωτηρία!

Ξαφνικὰ ἀκούω
ἀπ᾿ τὸν οὐρανό;.. Ἢ ἀπ᾿ τὸ κεφάλι μου μέσα;..

Ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται.

Ἀνάρτηση στὶς

Νικολὸ Μακιαβέλλι, Γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Στ΄

μακιαβέλλι-ηγεμόνας-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Ὁ Ἀλέξανδρος Στ΄ δὲν ἔπραξε τίποτ᾿ ἄλλο, οὔτε συλλογίστηκε, παρὰ νὰ ἐξαπατᾷ τοὺς ἀνθρώπους καὶ πάντοτε πετύχαινε· κανείς ἄλλος δὲν ὑπῆρξε ἱκανώτερός του νὰ δίνῃ ἔνθερμες διαβεβαιώσεις κ᾿ ὑποσχέσεις – μ᾿ ὅρκους φρικτούς! – γιὰ τ᾿ ὁ,τιδήποτε· καὶ παραταῦτα κανείς ἄλλος δὲν ὑπῆρξε ποὺ νὰ μένῃ λιγώτερο πιστὸς σ᾿ ἐκεῖνες. Ἀλλὰ οἱ ἀπάτες του ἀπέβησαν πάντα ὑπέρ του, διότι γνώριζε καλά τοῦτο τὸ ζήτημα τῶν ἀνθρωπίνων.

Pope Alexander Vi.jpg
Πάπας Ἀλέξανδρος Στ΄.
Von Cristofano dell’Altissimohttp://www.comune.fe.it/diamanti/mostra_lucrezia/quadri/q08.htm, Gemeinfrei, Link
Ἀνάρτηση στὶς

Ἡ ἔναρξη τοῦ «Ἐνὼχ Ἄρντεν»

alfred-tennyson-ενώχ-άρντεν-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Σειρὲς μακριές μὲ βράχια ἔχουνε φτειάξει χάσμα
καὶ μές στὸ χάσμα ἀφρὸς καὶ κίτρινη ἄμμος·
στὸ βάθος στέγες κόκκινες σὲ στενή ἀποβάθρα
πλάι-πλάι· παραπέρα, ἕνα ἐκκλησάκι· πιό πάνω
δρόμος μακρύς πρὸς ἕναν ψηλό, σὰν πύργο, μύλο·
παραπίσω στὸν ὁρίζοντα σταχτὴς ἀμμόλοφος
μὲ τάφους Δανικούς· ἐκεῖ δασάκι ἀπὸ φουντουκιὲς
ποὺ στοιχειώνεται ἀπὸ φθινοπωρινοὺς συλλέκτες
καὶ καταπράσινο, ἀνθίζει στὴν κατηφοριά…

Στὴν παραλία τούτη – πᾶν ἑκατὸ χρόνια –
τρία παιδιὰ ἀπὸ τρία σπίτια: ἡ Ἄννα Λή,
ἡ ὀμορφότερη κοπέλα στὸ λιμάνι ὁλάκερο,
ὁ Φίλιππος Ρέυ, ὁ μοναχογιὸς τοῦ μυλωνᾶ,
κι ὁ Ἐνὼχ Ἄρντεν, τὸ παλληκάρι ἑνὸς ναύτη
σὲ ναυάγιο σκοτωμένου, παίζανε μαζὶ
μές σὲ σκουπίδια καὶ σὲ σανίδες πεταμένες,
σὲ καραβόσκοινα, στὰ δίχτυα τῶν ψαράδων,
σ᾽ ἄγκυρες ὅλο σκουριά, σὲ βάρκες ἔξω τραβηγμένες·
παλάτια χτίζανε οἱ τρεῖς τους πάνω στὴν ἄμμο
καὶ βλέπαν πῶς πλημύριζαν χαλῶντας τα
τ᾽ ἄσπρο κῦμα, σὰν αὐτὸ καθημερνὰ
ἔσβηνε τὶς μικρὲς πατημασιές τους.

Κάτω ἀπ᾽ τὰ βράχια βρισκότανε στενὴ σπηλιά·
τὴν εἶχαν τὰ παιδιὰ γιὰ νοικοκυριὸ καὶ παίζαν:
Ἦταν ὁ Ἐνὼχ μιὰ μέρα ὁ νοικοκύρης, ὁ Φίλιππος τὴν ἄλλη
καὶ π ά ν τ α ἡ Ἄννα, ἡ κυρά· μὰ κάποτε
ἤθελε ὁ Ἔνώχ «ἰδιοκτήτης» νάναι μ ι ὰ β δ ο μ ά δ α:
«Αὐτό εἰναι τὸ σπίτι μου, κι αὐτή εἰν᾽ ἡ κοπελιά μου!»
«Καὶ δικιά μου!», ἔλεγε ὁ Φίλιππος. «Μὲ τὴ σειρά!..»
Ὁ Ἐνώχ, ὅταν μαλώνανε, σὰν πιό χεροδύναμος,
νικοῦσε καὶ τοῦ Φίλιππου τὰ γαλανά τὰ μάτια
γεμίζανε μὲ δάκρυα θυμωμένα κι ἀβοήθητος
φώναζε: «Σὲ μ ι σ ῶ, Ἐνώχ!»· μὰ τότε
ξεκίναγε νὰ κλαίῃ ἡ μικρὴ νοικοκυρά –
ἱκέτευε – γιὰ χάρη της! – νὰ μή μαλώνουνε·
κ᾽ ἔλεγε πὼς καί τῶν δ υ ό τους θάναι νύφη.

Μά, σὰν ἡ αὐγὴ τῶν παιδικῶν τῶν χρόνων ἔφυγε
καὶ τὴ νέα θερμότητα τοῦ ἀνερχόμενου ἥλιου τῆς ζωῆς
ἔνοιωσε καθείς, κ᾽ οἱ δ υ ό τους ἐρωτευτήκανε
τὸ ἴ δ ι ο αὐτὸ κορίτσι. Πρῶτος μίλησε ὁ Ἐνώχ,
ὅμως ὁ Φίλιππος τὴν ἀγαποῦσε σιωπηλά· καὶ τὸ κορίτσι
φαινότανε νὰ συμπαθῇ περσότερο τὸ Φίλιππο,
μὰ τὸν Ἐνώχ ἀγάπαγε… χωρίς νὰ τὸ γνωρίζῃ…
Κι ἂν τὴ ρωτοῦσαν, θὰ τὸ ἀρνιόταν! Κ᾽ ἔβαλε ὀ Ἐνὼχ
ἕνα σκοπὸ στὸ νοῦ του μέσα πρῶτο:
ὅ,τι κι ἂν κέρδιζε στὴν ἄκρη νὰ τὸ βάζῃ
καὶ ν᾽ ἀγοράσῃ βάρκα καὶ σπιτικὸ νὰ στήσῃ
γιὰ τὴν Ἄννα. Πρόκοψε λοιπὸν στὸ τέλος,
γιατὶ τυχερώτερος καὶ τολμηρότερος ψαρᾶς,
στὰ δύσκολα προσεκτικώτερος, κανένας δὲν ἀνάσαινε
γιὰ λεῦγες πόσες σὲ τοῦτο τ᾽ ἀκρογιάλι
ἐκτός ἀπ᾽ τὸν Ἐνώχ… Ἐργάστηκε ἕνα χρόνο
ὡς ἔμπορος σὲ πλοῖο κ᾽ ἔγινε μὲ τὸν καιρὸ
ναύτης πρώτης. Τρίς ἐγλύτωσε τὴ ζωή του
ἀπ᾽ τῆς θάλασσας τὰ τρομερά τὰ ρεύματα
κι ὅλοι τὸν κοίταζαν μὲ δέος καὶ μ᾽ ἀγάπη…
Προτοῦ πατήσῃ τὸ Μάη στὰ εἴκοσι ὀχτώ του,
ἀγόρασε δικιά του βάρκα κ᾽ ἔχτισε τὸ σπίτι
γιὰ τὴν Ἄννα, σὰ μιὰ φωλιὰ χαρούμενη, στὴ μέση
τοῦ δρόμου τοῦ στενοῦ ποὺ πήγαινε στὸ μύλο.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπὸ τή «Μέττα Σοῦττα» στόν «Πρώιμο Βουδδισμό»

Thomas William Rhys Davids. Πρώιμος Βουδδισμός.

Ὅπως ἡ μάνα, μὲ κίνδυνο ἀκόμα καὶ τῆς ζωῆς της, προστατεύει τὸ μοναχογιό, ἔτσι νὰ καλλιεργῆται κ᾿ ἡ ἀπεριόριστη Ἀγάπη γιὰ κάθε ὄν· γιὰ ὅλον τὸν Κόσμο – πάνω, κάτω, ὁλόγυρα –, μιὰ καρδιὰ ἀγαπητικὴ καὶ σπάταλη, ἀνίδεη ἀπ᾿ τὴν αἴσθηση τῶν διαφορετικῶν ἢ ἀλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Ἂς διατηρῆται ἡ ἐπιμέλεια, ὅσο μένῃ κάποιος ξύπνιος -εἴτε στέκεται, περπατάει ἢ εἶναι ξαπλωμένος. Αὐτὴ ἡ κατάσταση τῆς καρδιᾶς εἶναι ἡ βέλτιστη στὸν Κόσμο.

Ὁ νοῦς μας δέ θὰ παλινῳδῇ. Δέ θὰ ξεστομίσουμε κουβέντα πονηρή. Θὰ συμμορφωθοῦμε μὲ φροντίδα, συμπόνια κι Ἀγάπη στὴν καρδιά -ἄδειοι ἀπὸ κακία. Καὶ θὰ καλύπτουμε κάθε ἄλλον μὲ τὶς ἀχτῖδες τῆς ἀγαπητικῆς μας σκέψης. Μ᾿ αὐτό τὸ συναίσθημα, ὡς βάση, θὰ κατακλύσουμε τὸν Κόσμο: μ᾿ ἀγαπητικὴ σκέψη, ποὺ θὰ φτάσῃ μακριά καὶ θὰ μεγαλώσῃ πολύ -ἀπεριόριστα· θἄμαστε ἄδειοι ἀπὸ θυμὸ καὶ κακὴ βούληση.

Ὅλα τὰ μέσα ποὺ λαμβάνονται ὡς βάση γιὰ τὴν Ὀρθὴ Πράξη, δέ φτουρᾶνε μπρὸς στὸ δέκατο ἕκτο μέρος τῆς ἀποδέσμευσης τῆς καρδιᾶς μέσῳ τῆς Ἀγάπης. Αὐτὴ τ᾿ ἀναλαμβάνει ὅλα, ξεπερνῶντας τα σ᾿ ἀκτινοβολία καὶ δόξα -ὅπως τὸ φῶς κάθε ἄστρου δὲν ἐπισκιάζει τὸ δέκατο ἕκτο μέρος τῆς ἀκτινοβολίας τοῦ φεγγαριοῦ. Αὐτὴ τὰ ἐπισκιάζει ὅλα τους ξεπερνῶντας τα σὲ φῶς καὶ δόξα -ὅπως στὸν τελευταῖο μῆνα τῶν βροχῶν – στὸ θερισμό –, ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει στὸν καθαρό, ἀνέφελο οὐρανό, διώχνοντας τὴ σκοτεινιὰ ἀπ᾿ τὴν ἐπικράτεια τοῦ Χώρου -λαμποκοπάει στὴ δόξα του· ὅπως, ὅταν χαράζῃ, ὁ Αὐγερινὸς ἐπισκιάζει τ᾿ ἄλλα τ᾿ ἄστρα ἔνδοξα ἀκτινοβολῶντας. Ἔτσι, τὰ μέσα ποὺ μποροῦν νὰ βοηθήσουν στὴν Ὀρθὴ Πράξη, δέ φτουρᾶνε μπρὸς στὸ δέκατο ἕκτο μέρος τῆς ἀποδέσμευσης τῆς καρδιᾶς διὰ τῆς Ἀγάπης.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπὸ τὸ ὀπισθόφυλλο τῆς «Γραμματικῆς Τέχνης»

διονύσιος-θράξ-γραμματική-τέχνη-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τῆc γραμματικῆc εἰμι τέχνηc πυξίον
εὔληπτον, εὐcύνοπτον, ἐcτενωμένον,
cαφέc, καθαρόν, εὐκρινέc -γεγραμμένον
πρὸc πεῦcιν ἰθύνουcαν εἰc ἀποκρίcειc·
ὁ γὰρ τρόποc φέριcτοc εἰc τὸ συνέχειν
ἅπαν λόγου μάχημα τοῖc λογεμπόροιc.

Ἀνάρτηση στὶς

Οἱ πρῶτοι στίχοι ἀπὸ τή «Γραμματική» τοῦ Μιχαὴλ Ψελλοῦ

μιχαήλ-ψελλός-γραμματική-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μελετῶ σοι Γραμματικῆς καὶ τῆς Ὀρθογραφίας –
πρῶτος αὕτη θεμέλιος καὶ βάσις μαθημάτων.
Οὐκ ἔστι δὲ μονότροπος οὐδὲ κοινὴ καὶ μία,
ἀλλ᾽ ἔχει γλώσσας καὶ φωνὰς καὶ πέντε διαλέκτους:
Αἰολικήν, Ἰωνικήν, Ἀτθίδα καὶ Δωρίδα
καὶ τὴν συνήθη καὶ κοινὴν καὶ κατημαξευμένην.
Ἑκάστη δὲ διάλεκτος ἔχει φωνὰς ἰδίας.
Ἡ δὲ κοινή, κἂν πέφυκεν ἄθροισμα τῶν τεσσάρων,
ἀλλ᾽ ἔστι καὶ μονότροπος, ἄλλη παρὰ τὰς ἄλλας.

Ἀνάρτηση στὶς

Τὸ φῶς φέρνει τὰ πάντα…

φάος-ηελίοιο-ήλιου-φως-ιλιάς-όμηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

ἀέκουσιν ἔδυ φάος
ἀθέλητά τους ἔδυσε τὸ φῶς
Ἰλιὰς ραψῳδία Θ, στίχος 487

Τὸ φῶς φέρνει τὰ πάντα:

ζ ω ή· χαρά, εἰρήνη, γνώση, ἔρωτα·

τρόμο, φθόνο, πόλεμο καὶ μάχη· θ ά ν α τ ο.

Δέ διστάζει τὸ φῶς νὰ κάνῃ τὸ δικό του.

Ξεχνάει τὶς ἐλπίδες τοῦ ἀνθρώπου.

Δέ λογαριάζει τὴν αὐθορμησία του.

Τὸ φῶς μᾶς καθιστᾷ ὑπαρκτούς καὶ μᾶς ἐξολοθρεύει.

Οἱ ἀχτῖδες ἄλλοτε φτάνουνε χάδι στὸ δέρμα -ἄλλοτε καρφιά σὲ διαμπερῆ τραύματα.

Τὸ φῶς τὰ κάνῃ ὅλ᾿ αὐτά.

Νὰ τὸ θυμᾶται αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μήν πάῃ μακρύτερα ἀπ᾿ τὸν ἥσκιο του.

Νὰ μή ζητάῃ πολλά, ἐπειδὴ τοῦ ᾿λαχε κάτι κ᾿ ἐκεῖνος νὰ βλέπῃ..- νὰ χαίρεται τὶς μορφὲς καὶ τὰ χρώματα.

Νὰ τὸ θυμᾶται αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος.

Νἄχῃ μιὰν ἁπλότητα στὸ βλέμμα του ὅμοια μὲ τοῦ τοπίου τῆς Ἰλιάδος:

Λιθάρι πάνω σὲ λιθάρι -ἥσκιος σ᾿ ἥσκιον πάνω,
χέρι σὲ χέρι πάνω -σὲ καρδιά, καρδιά ἀλλη μέσα,
ζωή νὰ στέκῃ ὁλόγυρα καὶ θάνατος στὴ μέση.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπὸ τὸν πρόλογο γιὰ τή «Νόρμα»

ερρίκος-ίψεν-νόρμα-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τὸ ἴδιον ἀπόγευμα, εἴδομεν τὴν Νόρμαν τοῦ Μπελλίνι, καὶ ἐξαίφνης κατενοήσαμεν: Τὸ Κοινοβούλιον ἀποτελεῖ ταλαντοῦχον λυρικὸν θίασον!.. Δέ θὰ ἐπαναλάβωμεν, εἴτε εἰς ἑμαυτούς, εἴτε εἰς τὸν ἀναγνώστην, τὴν ἅλυσον τῶν ἐπιχειρημάτων ἃ ὡδήγησαν ἡμᾶς εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο· διατί, ποῖος, ἀλήθεια, δέν γιγνώσκει τὴν μαγευτικὴν δύναμιν τῆς Μουσικῆς, ποῖος ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὴν Μουσικήν ἐδόθη ἡ ἁρμοδιότης νὰ κόπτῃ, μετὰ τοῦ ἀλεξανδρείου φασγάνου, τὸν Γόρδιον Δεσμὸν τῆς Σκέψεως καὶ νὰ ἐκτινάσσῃ ἡμᾶς πέραν τῆς σπειροειδοῦς ἀτραποῦ τῆς Λογικῆς μετὰ ταχυτήτος φωτός -νὰ μᾶς ἐναποθέτῃ εἰς τόπον ἀνέλπιστον προτέρως;!. Ὅμως, ὅσο προσεκτικώτερον ἐξητάζομεν τὴν περίπτωσιν, τοσοῦτον ἐναργεστέρα καθίστατο.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπ’ τίς «Παιδικὲς μνῆμες» στή «Νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ»

ερρίκος-ίψεν-νύχτα-τ-αγιαννιού-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μὰ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ, τὰ πράματα κυλοῦσαν πιό χαρούμενα: Δέ γιορταζόταν ἀπ᾽ ὅλους μαζί· τ᾽ ἀγόρια κ᾽ οἱ νέοι τῶν πόλεων χωρίζονταν σὲ συντροφιὲς τῶν πέντε-ἕξι ἀτόμων καὶ ψάχνανε νὰ βροῦν καύσιμη ὕλη γιὰ τὴ δικιά τους τὴν πυρά… Ἤδη, ἀπ᾽ τὴν Πεντηκοστή, μαζευόμασταν καὶ πηγαίναμε στὰ ναυπηγεῖα καὶ τὰ καταστήματα τοῦ Σιὲν νά «ἱκετεύσουμε» γιὰ κάνα βαρέλι πίσσα..- παράξενο ἔθιμο ποὺ βαστοῦσε ἀπὸ καιροὺς λησμονημένους… Γιὰ ὅ,τι δέν παίρναμε μὲ σύμφωνη γνώμη, μὰ τὸ κλέβαμε, μήτε ὁ ἰδιοκτήτης, μήτε ἡ ἀστυνομία σκέφτονταν ποτὲ νὰ μᾶς ἐπιπλήξουν κάπως. Ὁπότε, μιὰ συντροφιὰ ἅρπαζε ἔτσι ὁλόκληρη στοίβα ἀπὸ βαρέλια πίσσα!.. Τὸ ἴδιο πάνω χέρι εἴχαμε καὶ στὶς παληές τὶς βάρκες!: Ἂν καταφέρναμε ν᾽ ἀποφύγουμε τὰ ἐμπόδια στὴ στεριά, μπορούσαμε νὰ τὶς τραβήξουμε μακριὰ μὲ τὴν ἡσυχία μας καὶ νὰ κρατήσουμε τὰ λάφυρα· εἴχαμε μ᾽ ἀσφάλεια ἀποθηκευμένο ὅ,τι ἦταν ἰδιοκτησία μας πιὰ ἤ,.. τέλοσπάντων,.. δέν τὄχε κάποιος ἄλλος διεκδικήσει… Οἱ βάρκες περιφέρονταν – μέρες πρὶν ἀπ᾽ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ – θριαμβικά στὰ σοκκάκια πρὸς τὸ σημεῖο τῆς πυρᾶς. Στὴ βάρκα μέσα καθόταν ἕνας βιολιστὴς κ᾽ ἔπαιζε· τὄχα δεῖ πολλές φορὲς καὶ κάποτε εἶχα συμμετάσχει καὶ σὲ μιὰ τέτοια πομπή…

Ἀνάρτηση στὶς

«Γέννα καὶ τοκετός» ἀπὸ τὴν «Ἀνδροδικία»

ἀνδροδικία-θεοδόσης-ἀγγ-παπαδημητρόπουλος

ΜΑΡΤΥΡΑΣ B΄:
Ἡ ἀγάπη πάντα τρυπάει τὸ λογισμό·
κ᾽ ἡ δικιά μου ἡ ἀγάπη – τοῦ πατέρα ἡ ἀγάπη –
δὲν ἔχει ἀνάλογο. Γιατὶ μπορεῖ ἡ γυναῖκα νὰ τίκτῃ,
ἀλλὰ ἀπὸ τὸν πατέρα ξεκινάει ἡ ζωή –
αὐτός γεννάει, ὅπως λέγαν οἱ Ἀρχαῖοι.

ΕΝΑΣ ΕΝΟΡΚΟΣ (Μουρμουριστά):
Ἀνάθεμα τοὺς Ἀρχαίους καὶ τί καταλαβαίνετε.

Ἀνάρτηση στὶς

«Ἐλπίδα», ἀπὸ τόν «Ἀμφιτρύωνα»

αμφιτρύων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

ΣΩΣΙΑΣ:

Γιατί βασανιζόμαστ᾽ ἔτσι;..
Πάντοτε παιδεμός…
Πάντοτε μισή ἡ ψυχή,
στὸ μέσο ἡ ἀγωνία.
Καὶ κάπου κεῖ στὴν ἄκρη
νὰ τρεμοσβήνῃ τόση δὰ
ἡ Ἐλπίδα -τὸ κοριτσάκι
μὲ τὸ φιμωμένο στόμα…

Ἀνάρτηση στὶς

Ὀπισθόφυλλο τοῦ «Πρὸς ἑαυτούς»

προς-εαυτούς-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μᾶς ρώτησε κάποτε: «Ποιός πιστεύετε πὼς εἶμαι πραγματικά;» Ἀρχίσαμε νὰ λέμε ὁ καθένας μας μὲ τὴ σειρά..- τόσες μποῦρδες μαζεμένες δέν ἔχω ματακούσει! Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, μοῦ κάνει ἐντύπωση πὼς δέ σκάσαμε στὰ γέλια. Ἀφότου μίλησε κι ὁ τελευταῖος, μᾶς κοίταξε καλά-καλά, ξέχωρα τὸν καθένα, κ’ εἶπε: «Ἀκόμα, δέν ἔχετε καταλάβει…» «Πές μας!», τοῦ φωνάξαμε. «Πές μας ἐσύ, ποιός εἶσαι τάχα!» Τότε, μᾶς ἔδειξε σιωπηλὰ ἕναν-ἕναν. Γίναμε μεμιᾶς στῆλες ἅλατος… Ὅταν ἔφτασε σὲ μένα, κοπήκανε τὰ ἥπατά μου: Σημάδευε ἴσια στὸ μέτωπο, ἀνάμεσα στὰ μάτια! Ἀπὸ μακριά, ἐκεῖνο τὸ δάχτυλο ἔδειχνε κ’ ἔκοβε σὰ λεπίδι.

Ἀνάρτηση στὶς

«Οἰκονομικὲς συνθῆκες στὴν ἀρχαία Ἰνδία» ἀπὸ τόν «Πρώιμο Βουδδισμό»

Thomas William Rhys Davids. Πρώιμος Βουδδισμός.

Ἀναμφισβήτητα, ἕνας λόγος τῆς ἐπισταμένης ἐνασχόλησης μ᾿ ἠθικὰ καὶ φιλοσοφικὰ ἐρωτήματα, ἦταν οἱ τότε οἰκονομικὲς συνθῆκες. Καμμιά ἀπ᾿ τὶς δυσκολίες τῶν κατοπινῶν καιρῶν δὲν ἦταν τόσο αἰσθητή. Ὁ πληθυσμὸς πρὸς συντήρηση ἦταν μᾶλλον καὶ μετὰ βίας τὸ ἕν δέκατο τοῦ ἀντίστοιχου σημερινοῦ· ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ἰδιοκτῆτες γῆς κατοίκους χωριῶν μὲ δική τους ἐδαφικὴ περιουσία, ἐποπτευόμενων ἀπὸ ἀξιωματούχους ἐκλεγμένους ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους τοὺς χωρικούς· ἔθιμα πανάρχαια περιώριζαν δὲ τὴν ἐξουσία… Φόρο δεκάτης σὲ εἶδος λάμβανε ἡ Διοίκηση -εἴτε ἦταν τοπικὴ δημοκρατία, εἴτε μακρινὸς βασιλιᾶς. Οἱ βασιλεῖς προχωροῦσαν ἐνίοτε σὲ δωρεὰ χωριοῦ, ὅπως λεγόταν, σ᾿ εὐγενῆ, ἀξιωματοῦχο ἢ ἱερέα. Ὅμως, αὐτὸ ἀφοροῦσε μόνο στὶς ληξιπρόθεσμες ὀφειλὲς πρὸς τὴ Διοίκηση· ἡ γῆ συνέχιζε ν᾿ ἀνήκῃ στοὺς χωρικούς, ἢ τὴν κοινότητά τους. Ὑπῆρχαν καὶ λίγες, μεμονωμένες μεγαλοϊδιοκτησίες, ὅπου κάποιος πλούσιος εἶχε προχωρήσει σ᾿ ἀποψίλωση τοῦ δάσους μὲ μισθωτὴ ἐργασία.

Ἀλλὰ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν ἦταν μικρός· ἡ μισθωτὴ ἐργασία θεωροῦνταν ἀπ᾿ τὸν ἐλεύθερο πολίτη ταπεινωτικὴ καί, ἂν ἀκόμα ἡ ἀποδοχὴ ἑνὸς αὐτοαπασχολούμενου σ᾿ ὑφιστάμενη κοινότητα χωρικῶν ἦταν δύσκολη, βρίσκονταν πολλὲς γαῖες ἀνένταχτες σ᾿ οἰκισμὸ καὶ προσβάσιμες στοὺς καταπατητές. Τὸ εὐρέως διαδεδομένο ἐσωτερικὸ ἐμπόριο ἄνοιγε ἄλλους ὁρίζοντες, κ᾿ οἱ συντεχνίες τῶν χειρώνακτων, ὠργανωμένες ἀπ᾿ τὴ γερουσία τους, πρόσφεραν ἀπασχόληση σ᾿ ὅσους κατάφερναν νὰ εἰσέλθουν στὶς τάξεις τους.

Ἐνῷ, ἐξαιτίας τῶν προηγουμένων, ὑπῆρχε λίγη φτώχεια, ὁ ἀριθμὸς ὅσων μποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν πλούσιοι γιὰ τὰ δεδομένα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς (πόσο μᾶλλον τῆς δικιᾶς μας), ἦταν ἐξίσου ἀρκετὰ περιωρισμένος. Μαθαίνουμε γιὰ μιὰ χούφτα ράγια καὶ μαχαραγιάδων, ποὺ τὸ εἰσόδημά τους ἦταν κυρίως κάποιοι ἔγγειοι φόροι, καθὼς καὶ μερικὲς ληξιπρόθεσμες ὀφειλὲς κ᾿ ἔκτακτες ἀμοιβές. Ἐπίσης, ἀναφέρεται σημαντικὸς ἀριθμὸς πλούσιων εὐγενῶν, κάποιοι εὔποροι ἱερεῖς καὶ κάμποσοι ἑκατομμυριοῦχοι ἔμποροι σὲ λίγες μεγάλες πόλεις. Δέν ὑπῆρχαν μεγάλοι κατασκευαστὲς κ᾿ ἰσχυροὶ γαιοκτήμονες.

Οἱ ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων ἦταν μικρές. Ἡ πλειοψηφία τους ἀποτελοῦνταν ἀπὸ νοικοκύρηδες χωρικοὺς ἢ χειρώνακτες μέ, κατὰ κύριο λόγο, δική τους γῆ -ἀνθρώπους ἀμέριμνους γιὰ τὰ προβλήματα τῆς φτώχειας… ἢ τοῦ πλούτου…

Ἀνάρτηση στὶς

Πρόλογος ἀπὸ τήν «Ἀνδροδικία»

ἀνδροδικία-θεοδόσης-ἀγγ-παπαδημητρόπουλος

Κέντρο ψηλά, ἡ ΠΡΟΕΔΡΟΣ.

Ἀριστερὰ ψηλά, ἡ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ.

ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ:
Τὸ πρωὶ τῆς δευτέρας Ἰουλίου,
σύμφωνα μὲ τὴν ἰατροδικαστικὴ ἐξέταση,
βρέθηκε στὸ συζυγικὸ κρεβάτι
νεκρή, ἀπ᾽ τὴν προηγουμένη νύχτα,
ἡ γυναῖκα τοῦ κατηγορουμένου
ὕστερ᾽ ἀπὸ θανατηφόρο δόση
μορφίνης. Ἡ τοξικολογική ἐξέταση ἔδειξε
καὶ μεγάλες συγκεντρώσεις ἀλκοόλης.

Τὰ πάντα, ἀρχικῶς, κατέτειναν
στὴν περίπτωση αὐτοκτονίας.
Ἕνα στοιχεῖο, ὅμως, φανερώνει
ὅτι ἡ πράξη, στὴν πραγματικότητα,
ἦταν προσχεδιασμένη δολοφονία:
Ἐπιστολὴ ἰδιόχειρη τοῦ κατηγορουμένου,
τῆς τριακοστῆς Ἰουνίου, ἀπευθυνόμενη στὸ θῦμα,
βρέθηκε πάνω στὸν καθρέπτη τῆς κρεβατοκάμαρας·
μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρεται στὴν κατακλείδα:
Νὰ πέθαινες! Ἡ ζωή σου νἄπαυε!
Νὰ μήν εἰχα τὴ μνήμη ἀπ᾽ τὰ παληά.

Ἐπισταμένη πραγματογνωμοσύνη
ἔδειξε ὅτι εἰσήγαγε τὴ βελόνα
μὲ τὴ θανατηφόρο δόση τῆς μορφίνης
στοῦ θύματος τὴ φλέβα, κάποιος τρίτος!

Βάσει καὶ ἄλλων στοιχείων ποὺ θὰ παρουσιαστοῦν
σαφῶς καὶ καταλεπτῶς ἐν συνεχείᾳ,
ὁ κατηγορούμενος συνελήφθη
τοῦ ἐγκλήματος τὴν ἑπομένη ἡμέρα,
καὶ πλέον δικάζεται σήμερα,
ἐνώπιον τοῦ ἀξιότιμου δικαστηρίου Σας,
ὁ ἴδιος ὡς ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς
γιὰ τὴ δολοφονία τῆς συζύγου του.

Σήμερα θὰ κριθῇ καὶ θὰ δικαστῇ λοιπὸν
ἕνας ἄνδρας ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν ἐνόρκων –
ἐξίσου ἀποτελούμενο καὶ ἀπὸ τὰ δύο φῦλα.
Σήμερα θὰ ζυγισθῇ ἡ συνείδηση
ἑνὸς ἀνδρὸς ἀπ᾽ τοὺς ἐκπροσώπους
τῆς κοινωνίας μας, ὅπως ἔμαθε ἐπὶ αἰῶνες
νὰ ζῇ καὶ νὰ δέχεται τὶς πράξεις τῶν μελῶν της.
Σήμερα, γι᾽ ἄλλη μιὰ φορά, θὰ μετρηθῇ
ἡ ἴδια ἡ κοινωνία· θὰ μετρηθῇ καὶ θ᾽ ἀποφασίσῃ
ποιά μελλοντικὴ ὁδὸ θὰ ἀκολουθήσῃ.

Ἀνάρτηση στὶς

«Σὰ βούτηξε στὸν Ὠκεανό…» ἀπὸ τό «Φάος ἠελίοιο»

δύση-ηλίου-φάος-ηελίοιο-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς – γιὰ τὸ τοπίο τῆς Ἰλιάδος τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Στὰ δυό εἴχανε χωριστῆ οἱ Ὀλύμπιοι: μισοί μὲ τοὺς Ἀχαιούς -μισοί μὲ τοὺς Τρῶες· ὁ Δίας ἔμενε, ὑποτίθεται, οὐδέτερος… Ὁ ἀδελφός του Ποσειδώνας, ποὺ ταράζει τὶς πλάκες τῆς γῆς νὰ τρέμῃ στὸ σεισμό, κατέβηκε νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἀγαπημένους του Ἀχαιούς. Ὁ θεὸς τῶν θαλασσῶν! Ἕνας ἀπ᾿ τοὺς ὑδάτινους θεούς, ὄχι ὁ ἀρχαιότερος. Αὐτὸς εἶν᾿ ὁ Τιτάνας Ὠκεανὸς ποὺ περιβρέχει τὴ Γῆ καὶ στὰ σπλάχνα του σκίρτησε ἡ ζωὴ προτοῦ πατήσῃ αὐτὴ στεριά. Ὁ μέγας Ὠκεανός! Ὁ ἀκόμα καὶ σήμερα ἄγνωστος. Ἡ κοιτίδα καὶ τὸ χωνευτήρι κάθε ἀνομία μας: τῶν σκουπιδιῶν, τῶν τοξικῶν, τῶν ψόφιων ἐνεργειακά – μὰ ἐπικίνδυνων γιὰ χιλιετίες – πυρηνικῶν ἀποβλήτων, τῶν πλαστικῶν σὰν τελειώνουμε τὶς ἀγορὲς στὰ μαγαζιά… Συνέχεια στολίζουμε τὸν προπάτορα -τοῦ δωρίζουμε «πολιτισμό»… Στὶς ἀβύσσους του, μακριὰ ἀπὸ κάθε ἀχτίδα, σαλεύει ὅμως πάντοτε ζωὴ τῷ ὄντι ἀνήλιαγη! Ἐκεικάτω φαίνεται νὰ τραβάῃ στὸ τέλος τῆς μέρας τὸ ἅρμα τοῦ Ἥλιου:

Ἐν δ᾿ ἔπεσ᾿ Ὠκεανῷ λαμπρὸν φάος ἠελίοιο…
Σὰ βούτηξε στὸν Ὠκεανὸ τὸ λαμπερό τοῦ ἥλιου φῶς…
Ἰλιὰς Θ 485

Ἔτσι ἔγινε καὶ στὸ τέλος τῆς μέρας, ὅταν ὁ Δίας ἐπέβαλε τὴν οὐδετερότητα τῶν θεῶν ποὺ καταστρατήγησαν ἡ Ἥρα κι ὁ Ποσειδώνας μὲ τὰ κόλπα καὶ τὴν πονηριά τους. Ἕνα σφίξιμο στὴν καρδιὰ τέτοιαν ὥρα -ἕνας μικρὸς καθημερινὸς θάνατος… Τὴ νύχτα, ἐμεῖς τὰ καταφέρνουμε κάπως μὲ τὶς φωταγωγημένες πολιτεῖες. Τότε, ὅμως, οἱ Ἀρχαῖοι, τί νὰ προλάβαιναν μ᾿ ἕνα λυχναράκι;.. Κι ἀπὸ τί νὰ πρωτοφυλάγονταν;.. Τὸ βασίλεμα τοῦ λαμπροῦ δίσκου, τοὺς ἀποστεροῦσε – ὄνομα καὶ πρᾶμα – τὸν Κόσμο· εἴχανε φωτιά, ἀλλ᾿ αὐτὴ δέν εἰν᾿ ἠλεκτρισμός -δύσκολα μεταφέρεται. Ἔνοιωθαν τότε σὰ νὰ βουλιάζουν στὸ πηχτό σκοτάδι τοῦ Ὡκεανοῦ: στὸν ἀρχαῖο τῶν ἡμερῶν. Ἐκεῖνος, ὑδάτινη ἀγκαλιά, δέχεται τὸ φῶς· χάνονται οἱ ἀχτίδες κατεβαίνοντας στὶς τάφρους κ᾿ ἔχοντας γιὰ φορτίο τοὺς στεναγμοὺς τῶν ἀνθρώπων. Εὐρύχωρος ρέει πάντα ἐκεῖνος ἀνακυκλώνοντας τὴν ἀσχήμια… κ᾿ οἱ πόλεις τοῦ φωτός – οἱ ἀνόσιες κι ἄπληστες – ρυπαίνοντάς τον συνεχίζουν νὰ λάμπουν ἐλέῳ τοῦ δικοῦ του σκότους…

Ἀνάρτηση στὶς

Εἰσαγωγὴ στό «Πρὸς ἑαυτούς»

προς-εαυτούς-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρότπουλος

[Εἰσαγωγικὸ ποίημα στὸ τραγικὸ ὁδοιπορικό: Πρὸς ἑαυτούς.]

Μάθανε τὰ βάθη τῶν ἀνθρωπίνων.
Εἴδανε κι ὅλα τὰ ὕψη τους.
Κ᾿ εἴπανε ὕστερα, σά «σκέφτηκαν»,
τὸν συνάνθρωπο: ἀπάνθρωπο,
γιατὶ ποῦ νὰ τὸν αἰσθανθοῦνε
ἐκεῖνοι οἱ ἀνόητοι τῇ καρδίᾳ·
τὸν ἀπάνθρωπο τὸν εἴπανε: θεό,
γιατὶ πῶς νὰ τὸν ἐννοήσουν
ἐκεῖνοι οἱ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ.
Καὶ προσκυνῆσαν καὶ ματῶσαν
πάνω στὰ μαῦρα, κοφτερὰ χαλίκια
τῆς πίστης τῆς ξεστρατημένης.
Κλάψανε, θρηνῆσαν -βγάλανε κραυγές!
Ψάξαν ἀπὸ τὰ δάκρυα τυφλωμένοι,
ὅπως βαδίζανε τὸν ἕνα δρόμο
ποὺ μιά φορὰ καθεὶς βαδίζει,
νὰ βροῦνε, λιγάκι νὰ σταθοῦνε
πάνω σ᾿ ὦμον ἄλλον ἐλαφρὺ
κάποιου διπλανοῦ στὴν ἐρημιὰ
συνάνθρωπου ἀπάνθρωπου,
συνοδοιπόρου καὶ θεοῦ.

Ἀνάρτηση στὶς

Σύντομο ἱστορικὸ σημείωμα ἀπὸ τόν «Μαρτῖνο Λούθηρο»

maria-tryti-vennerød-μαρτίνος-λούθηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Τὸ ποιητικὸ δρᾶμα τῆς Maria Tryti Vennerød πρωτοκυκλοφορεῖ διεθνῶς ἀπ’ τὶς ἐκδόσεις.]

Ἤδη ἀπ᾿ τὸ 11ο καὶ 12ο αἰῶνα παρουσιάζονται στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη νέες δομές -οἰκονομικὲς καὶ διοικητικές. Αὐτὲς οἱ ἐξελίξεις καὶ κατακτήσεις, τὶς ἑπόμενες ἑκατονταετίες, θὰ μετέλλασαν πλήρως τὴ φεουδαρχικὴ κατάσταση ὅπου τὸ δίπολο ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχη τῆς Ρώμης – τοῦ πάπα – καὶ τοῦ Αὐτοκράτορα τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους, ὥριζε ἐν πολλοῖς τὴ διεθνῆ πολιτικὴ σκηνή. Οἱ Ἰταλικὲς πόλεις-κράτη, ἐξαιτίας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἄμεσης ἐπαφῆς τους μὲ τὴν καταρρέουσα, ἀλλὰ πολιτισμικὰ ἀκμαία ἀκόμα, χριστιανικὴ Ἀνατολή (ἰδίως μετὰ τὶς Σταυροφορίες), αὐτονομήθηκαν σιγά-σιγά. Κοντινῆς ὑφῆς φαινόμενα παρουσιάζονται καὶ στὶς πόλεις ποὺ συγκροτοῦσαν τὴ Χανσεατικὴ Ἕνωση στὴ Βόρεια Εὐρώπη. Τὸ 1450, ὁ Γουτεμβέργιος ἀρχίζει νὰ τυπώνῃ σελίδες βιβλίων στὸ πιεστήριό του -κομβικὴ ἐξέλιξη στὴ διακίνηση τῆς γνώσης καὶ τῶν ἰδεῶν κατὰ τὴ Νεώτερη Ἐποχή. Τὸ 1492 ξεκινάει κι ὁ Κολόμβος τὸ ταξίδι του γιὰ τὶς Ἰνδίες, ἀνακαλύπτοντας ὅμως τὴν Ἀμερική.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ κλίμα ἐπέκτασης τῶν ὁριζόντων προστίθεται ἡ ἐκ νέου ἐπαφὴ μὲ τὴν Ἀρχαιότητα· πρῶτα κατὰ τὴ Λατινική, ἔπειτα τὴν Ἑλληνικὴ Παράδοση. Τούτη ἡ σπουδὴ τῶν Ἀρχαίων κ᾿ ἡ συνακόλουθη ἐξεταστικὴ θεώρηση τοῦ Κόσμου – ὅ,τι πιὰ ὀνομάζεται Ἀναγέννηση κι Οὐμανισμός – δὲν ἄφησε ἴδια μήτε τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία. Ὁ πάπας κι ὁ δογματικὸς Ρωμαιοκαθολικισμὸς δέν ἐπιβάλλονταν πνευματικὰ στοὺς λογίους, τοὺς σκεπτόμενους καὶ τ᾿ ἀστικὰ στρώματα, ὅπως πρωτύτερα. Πρὶν ἀπ᾿ τὴ μορφὴ τοῦ Λούθηρου, δρᾷ καὶ μαρτυρεῖ στὶς φλόγες ὁ ἱερέας ριζοσπάστης Ἰωάννης Οὕσσιος (Jan Hus, 1370-415). Μεσολαβεῖ κ᾿ ἡ ἐξόχως ἀμφιλεγόμενη περίπτωση τοῦ Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα (1452-98) στὴ Φλωρεντία, μὲ τὴν ἀντιπαπική του πολιτεία…

Μαρτῖνος Λούθηρος (Martin Luther) τοῦ Χὰνς Λοῦντερ καὶ τῆς Μαργκαρέτε Λίντεμανν, γεννήθηκε στὸ Ἄισλέμπεν τῆς Γερμανίας, κοντὰ στὴ Βαϊμάρη (10/11/1483)· στὸ ἴδιο μέρος κιόλας πέθανε (18/02/1546). Στὰ 63 χρόνια τῆς ζωῆς του, θὰ φανερωνόταν ἴσως ὡς ὁ καταλυτικώτερος ἀναμορφωτὴς τοῦ Χριστιανισμοῦ, μετὰ τὸν Παῦλο, τοὺς Ἕλληνες καὶ Λατίνους Πατέρες τῆς Ὕστερης Ἀρχαιότητας καὶ τοῦ Μεσαίωνα. Οἱ 95 θέσεις του, μιὰ πρωτοφανὴς ἀντίδραση κατά τῶν ἀτασθαλιῶν κ᾿ ὑπερβολῶν τῆς παπικῆς ἐξουσίας, ἀποδείχτηκαν τὸ ἔναυσμα γιὰ μιὰ νέα, βαθεία πρόσληψη τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ θέαση τοῦ Κόσμου· κύριοι ἄξονες: ἡ προσωπικὴ εὐθύνη, ἡ ἀδιαμεσολάβητη σχέση μὲ τὸ θεῖο κ᾿ ἡ ἐπιστροφὴ στὸ γράμμα τῆς πίστεως.

Ὄργανο γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς Βίβλου ὑπῆρξε ἡ μετάφρασή της ἀπ᾿ τὸ Λούθηρο στὴν τότε ὁμιλουμένη Γερμανική. Ἡ ἀπόδοση αὐτὴ ἐπηρέασε τὴ Γερμανικὴ γλῶσσα [ὅπως καὶ τὴ Νορβηγικὴ λογία γλώσσα (bokmål), μέσῳ τῆς Δανικῆς μετάφρασής της ποὺ βασίστηκε στὴν προσπάθεια τοῦ Λούθηρου], καθὼς καὶ τὴ σύγχρονη Φιλολογία, Κριτικὴ κ᾿ Ἑρμηνευτικὴ τῶν Κειμένων.

Ἀνάρτηση στὶς

«Λογιστική» ἀπὸ τήν «Εἰσαγωγὴ στὴ Λογιστική»

άγγελος-παπαδημητρόπουλος-εισαγωγή-στη-λογιστική

[Το βιβλίο Εἰσαγωγὴ στὴ Λογιστικὴ τοῦ Ἄγγελου Θ. Παπαδημητρόπουλου κυκλοφορεῖ ἀπ’ τὶς ἐκδόσεις· ἀποτελεῖ εἰσαγωγὴ σ’ αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸ γνωστικὸ πεδίο βάσει τῆς τριακονταετοῦς καὶ πλέον πανεπιστημιακῆς ἐμπειρίας τοῦ συγγραφέα του.]

Στὴ Λογιστικὴ συγκεντρώνονται, ταξινομοῦνται, κατατάσσονται καὶ συσχετίζονται στοιχεῖα, μέσα στὸ χρόνο, τῶν οἰκονομικῶν μονάδων κ’ ἐπιδιώκονται: ὁ προσδιορισμὸς τοῦ οἰκονομικοῦ ἀποτελέσματος (ἐκμετάλλευσης καὶ χρήσης), τῆς περιουσιακῆς κατάστασης, ἡ παρακολούθηση τῶν παντὸς εἴδους περιουσιακῶν μεταβολῶν. Μὲ τὸ λογιστικὸ σχέδιο ἐπιτυγχάνεται ἡ ἑνιαία ὀργάνωση τοῦ λογιστηρίου καί,
κατ᾽ ἐπέκτασιν, τῆς οικονομικῆς μονάδας.

Ἀνάρτηση στὶς

«Περὶ ἀναγνώσεως» ἀπὸ τή «Γραμματικὴ Τέχνη»

διονύσιος-θράξ-γραμματική-τέχνη-θεοδόσης-παπαδημητρόπουλος

[Γραμματικὴ Τέχνη τοῦ Διονυσίου Θρᾳκός, ἡ πρώτη σῳζόμενη γραμματικὴ τῆς Ἑλληνικῆς, κυκλοφορεῖ κατάλληλα ὑπομνηματισμένη σὲ μέγεθος βιβλίου τσέπης.]

Ἀνάγνωσίς ἐστι ποιημάτων ἢ συγγραμμάτων ἀ δ ι ά π τ ω τ ο ς [ἄπταιστος] προφορά. Ἀναγνωστέον δὲ καθ᾽ ὑπόκρισιν [μὲ πλήρη ἐκφραστικὴ ἱκανότητα], κατὰ προσῳδίαν, κατὰ διαστολήν [μὲ κατάλληλες παύσεις]. Ἐκ μὲν γὰρ τῆς ὑποκρίσεως τὴν ἀρετήν, ἐκ δὲ τῆς προσῳδίας τὴν τέχνην, ἐκ δὲ τῆς διαστολῆς τὸν περιεχόμενον νοῦν ὁρῶμεν· ἵνα τὴν μὲν τραγῳδίαν ἡρωϊκῶς ἀναγνῶμεν, τὴν δὲ κωμῳδίαν βιωτικῶς [κατὰ μίμησιν βίου/«νατουραλιστικά»], τὰ δὲ ἐλεγεῖα λιγυρῶς [μ᾽ ὀξύ, καθαρὸν ἦχο], τὸ δὲ ἔπος εὐτόνως, τὴν δὲ λυρικὴν ποίησιν ἐμμελῶς, τοὺς δὲ οἴκτους ὑφειμένως [μὲ φωνὴ σπασμένη] καὶ γοερῶς. Τὰ γὰρ μὴ παρὰ τὴν τούτων γινόμενα παρατήρησιν καὶ τὰς τῶν ποιητῶν ἀρετὰς καταρριπτεῖ καὶ τὰς ἕξεις τῶν ἀναγιγνωσκόντων καταγελάστους παρίστησιν. [Προειδοποίηση τοῦ καλοῦ γραμματικοῦ καὶ δάσκαλου τῆς γλώσσας: Ἡ κακὴ ἀνάγνωση ὑπονομεύει καί τὴν ἀξία τοῦ ποίηματος, γελοιοποιεῖ καί τοὺς τρόπους (τὶς ἔξεις) τοῦ ἀνίκανου ἀναγνώστη… ]

Ἀνάρτηση στὶς

«Βαθμοὶ εὐφυΐας» ἀπὸ τόν «Ἡγεμόνα»

μακιαβέλλι-ηγεμόνας-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ὁ ἡγεμόνας τοῦ Νικολὸ Μακιαβέλλι κυκλοφορεῖ σ’ ἑνιαία ἔκδοση μαζὶ μὲ τὸ θεατρικὸ ἔργο Μακιαβέλλι τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Τρεῖς βαθμοὺς εὐφυΐας διακρίνουμε στοὺς ἀνθρώπους: Στὸν πρῶτο ἀντιλαμβάνονται μοναχοί τους· στὸ δεύτερο διακρίνουν ὅ,τι οἱ ἄλλοι διδάσκουν σ᾿ αὐτούς· στὸν τρίτο, οὔτε μόνοι τους, οὔτε μὲ τὴ βοήθεια ἄλλων καταλαβαίνουνε τίποτα… Οἱ πρῶτοι ἔχουν εὐφυΐα ὑψηλότατη, οἱ δεύτεροι ὑψηλὴ κ᾿ οἱ τρίτοι χαμηλότατη.