Ἀνάρτηση στὶς

Γιὰ τὸν Μιχαὴλ Ψελλό

μιχαήλ-ψελλός-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Γραμματικὴ τοῦ Μιχαὴλ Ψελλοῦ, γραμμένη σὲ ἰαμβικοὺς δεκαπεντασυλλάβους, κυκλοφορεῖ ἀπ’ τὶς ἐκδόσεις.]

Ὑπῆρξε ἀπ᾽ τοὺς σημαντικώτερους λογίους τῆς ἐποχῆς του στὸν πολιτισμένο κόσμο (1018-96 μ.Χ.). Ἀσχολήθηκε μὲ τὴν Πολιτική, τὴν Ἀστρονομία, τὴν Ἰατρική, τὴ Μουσικὴ Θεωρία, τὴ Θεολογία, τὴ Νομική, τὴ Φυσική, τὴ Γραμματική, τὴ Μαγεία καὶ τὴ Δαιμονολογία. Ἦταν γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας τῆς Κωνσταντινούπολης. Βαφτίστηκε Κωνσταντῖνος· ὅταν, ὄμως, εἰσῆλθε στὶς τάξεις τοῦ μοναστηρίου τῆς Βιθυνίας, ἐπέλεξε τ᾽ ὄνομα: Μιχαήλ -τοῦ ἀρχαγγέλου πού, κατὰ τὴν παράδοση, ἐλέγχει κ᾽ ὑποτάσσει τοὺς δαίμονες.

Διετέλεσε σύμβουλος αὐτοκρατόρων [Κωνσταντῖνος Θ΄ ὁ Μονομάχος (1042-55), Θεοδώρα (1055-6), γιὰ τὴ μετάβαση ἀπ᾽ τὴ βασίλεια τοῦ Ἰσαὰκ Κομνηνοῦ σ᾽ ἐκείνη τοῦ Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα (1059 -στὸν ὁποῖο ἀφιερώνεται ἡ μία ἐκ τῶν δύο σῳζομένων ἐκδοχῶν τῆς Γραμματικῆς), καθὼς κι ἀπ᾽ τοῦ Ρωμανοῦ Δ΄ τοῦ Διογένη στοῦ Μιχαὴλ Ζ΄ τοῦ Δούκα (1071)]. Ἐπειδὴ τ᾽ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα σταματοῦν γύρω στὰ 1075, ὡρισμένοι μελετητὲς πιστεύουν πώς, μᾶλλον, πέθανε λίγο μετὰ τὴν πτώση τοῦ Μιχαὴλ Ζ΄ τὸ 1078.

Εἶχε δάσκαλο τὸν ὑμνογράφο καὶ ρήτορα Ἰωάννη Μαυρόποδα. Ἔγινε πρῶτος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Κωνσταντινούπολης (Πανδιδακτήριον τῆς Μαγναύρας -ἱδρύθηκε ἀπ᾽ τὸ Θεοδόσιο Β΄ τὸ 425 μ.Χ.) ἐπὶ Κωνσταντίνου Μονομάχου, ὕστερ᾽ ἀπ᾽ τὴ μεταρρύθμιση ποὺ πρότασσε τὶς ὁμηρικὲς καὶ νεοπλατωνικὲς σπουδές, ἀντὶ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ Θεολογία κι Ἀπολογητική. Ὑπηρέτησε κι ὡς δικαστής. Ἡ παραγωγή του περιλαμβάνει: ἱστορικὰ συγγράματα· ἐπιστημονικὲς διατριβές· φιλοσοφικὲς καὶ θεολογικὲς μελέτες· δικονομικὲς καταγραφές· ρητορικοὺς λόγους· σατιρικά, ἐπιγραμματικὰ καὶ διδακτικὰ ποιήματα (ὅπως αὐτή ἡ Γραμματική)· ἐγκυκλοπαιδικὰ λήμματα· παραφράσεις ἀρχαίων ἔργων· ἐπιστολές.

Ἀνάρτηση στὶς

«Σὰ βούτηξε στὸν Ὠκεανό…» ἀπὸ τό «Φάος ἠελίοιο»

δύση-ηλίου-φάος-ηελίοιο-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς – γιὰ τὸ τοπίο τῆς Ἰλιάδος τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Στὰ δυό εἴχανε χωριστῆ οἱ Ὀλύμπιοι: μισοί μὲ τοὺς Ἀχαιούς -μισοί μὲ τοὺς Τρῶες· ὁ Δίας ἔμενε, ὑποτίθεται, οὐδέτερος… Ὁ ἀδελφός του Ποσειδώνας, ποὺ ταράζει τὶς πλάκες τῆς γῆς νὰ τρέμῃ στὸ σεισμό, κατέβηκε νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἀγαπημένους του Ἀχαιούς. Ὁ θεὸς τῶν θαλασσῶν! Ἕνας ἀπ᾿ τοὺς ὑδάτινους θεούς, ὄχι ὁ ἀρχαιότερος. Αὐτὸς εἶν᾿ ὁ Τιτάνας Ὠκεανὸς ποὺ περιβρέχει τὴ Γῆ καὶ στὰ σπλάχνα του σκίρτησε ἡ ζωὴ προτοῦ πατήσῃ αὐτὴ στεριά. Ὁ μέγας Ὠκεανός! Ὁ ἀκόμα καὶ σήμερα ἄγνωστος. Ἡ κοιτίδα καὶ τὸ χωνευτήρι κάθε ἀνομία μας: τῶν σκουπιδιῶν, τῶν τοξικῶν, τῶν ψόφιων ἐνεργειακά – μὰ ἐπικίνδυνων γιὰ χιλιετίες – πυρηνικῶν ἀποβλήτων, τῶν πλαστικῶν σὰν τελειώνουμε τὶς ἀγορὲς στὰ μαγαζιά… Συνέχεια στολίζουμε τὸν προπάτορα -τοῦ δωρίζουμε «πολιτισμό»… Στὶς ἀβύσσους του, μακριὰ ἀπὸ κάθε ἀχτίδα, σαλεύει ὅμως πάντοτε ζωὴ τῷ ὄντι ἀνήλιαγη! Ἐκεικάτω φαίνεται νὰ τραβάῃ στὸ τέλος τῆς μέρας τὸ ἅρμα τοῦ Ἥλιου:

Ἐν δ᾿ ἔπεσ᾿ Ὠκεανῷ λαμπρὸν φάος ἠελίοιο…
Σὰ βούτηξε στὸν Ὠκεανὸ τὸ λαμπερό τοῦ ἥλιου φῶς…
Ἰλιὰς Θ 485

Ἔτσι ἔγινε καὶ στὸ τέλος τῆς μέρας, ὅταν ὁ Δίας ἐπέβαλε τὴν οὐδετερότητα τῶν θεῶν ποὺ καταστρατήγησαν ἡ Ἥρα κι ὁ Ποσειδώνας μὲ τὰ κόλπα καὶ τὴν πονηριά τους. Ἕνα σφίξιμο στὴν καρδιὰ τέτοιαν ὥρα -ἕνας μικρὸς καθημερινὸς θάνατος… Τὴ νύχτα, ἐμεῖς τὰ καταφέρνουμε κάπως μὲ τὶς φωταγωγημένες πολιτεῖες. Τότε, ὅμως, οἱ Ἀρχαῖοι, τί νὰ προλάβαιναν μ᾿ ἕνα λυχναράκι;.. Κι ἀπὸ τί νὰ πρωτοφυλάγονταν;.. Τὸ βασίλεμα τοῦ λαμπροῦ δίσκου, τοὺς ἀποστεροῦσε – ὄνομα καὶ πρᾶμα – τὸν Κόσμο· εἴχανε φωτιά, ἀλλ᾿ αὐτὴ δέν εἰν᾿ ἠλεκτρισμός -δύσκολα μεταφέρεται. Ἔνοιωθαν τότε σὰ νὰ βουλιάζουν στὸ πηχτό σκοτάδι τοῦ Ὡκεανοῦ: στὸν ἀρχαῖο τῶν ἡμερῶν. Ἐκεῖνος, ὑδάτινη ἀγκαλιά, δέχεται τὸ φῶς· χάνονται οἱ ἀχτίδες κατεβαίνοντας στὶς τάφρους κ᾿ ἔχοντας γιὰ φορτίο τοὺς στεναγμοὺς τῶν ἀνθρώπων. Εὐρύχωρος ρέει πάντα ἐκεῖνος ἀνακυκλώνοντας τὴν ἀσχήμια… κ᾿ οἱ πόλεις τοῦ φωτός – οἱ ἀνόσιες κι ἄπληστες – ρυπαίνοντάς τον συνεχίζουν νὰ λάμπουν ἐλέῳ τοῦ δικοῦ του σκότους…

Ἀνάρτηση στὶς

«Περὶ ἀναγνώσεως» ἀπὸ τή «Γραμματικὴ Τέχνη»

διονύσιος-θράξ-γραμματική-τέχνη-θεοδόσης-παπαδημητρόπουλος

[Γραμματικὴ Τέχνη τοῦ Διονυσίου Θρᾳκός, ἡ πρώτη σῳζόμενη γραμματικὴ τῆς Ἑλληνικῆς, κυκλοφορεῖ κατάλληλα ὑπομνηματισμένη σὲ μέγεθος βιβλίου τσέπης.]

Ἀνάγνωσίς ἐστι ποιημάτων ἢ συγγραμμάτων ἀ δ ι ά π τ ω τ ο ς [ἄπταιστος] προφορά. Ἀναγνωστέον δὲ καθ᾽ ὑπόκρισιν [μὲ πλήρη ἐκφραστικὴ ἱκανότητα], κατὰ προσῳδίαν, κατὰ διαστολήν [μὲ κατάλληλες παύσεις]. Ἐκ μὲν γὰρ τῆς ὑποκρίσεως τὴν ἀρετήν, ἐκ δὲ τῆς προσῳδίας τὴν τέχνην, ἐκ δὲ τῆς διαστολῆς τὸν περιεχόμενον νοῦν ὁρῶμεν· ἵνα τὴν μὲν τραγῳδίαν ἡρωϊκῶς ἀναγνῶμεν, τὴν δὲ κωμῳδίαν βιωτικῶς [κατὰ μίμησιν βίου/«νατουραλιστικά»], τὰ δὲ ἐλεγεῖα λιγυρῶς [μ᾽ ὀξύ, καθαρὸν ἦχο], τὸ δὲ ἔπος εὐτόνως, τὴν δὲ λυρικὴν ποίησιν ἐμμελῶς, τοὺς δὲ οἴκτους ὑφειμένως [μὲ φωνὴ σπασμένη] καὶ γοερῶς. Τὰ γὰρ μὴ παρὰ τὴν τούτων γινόμενα παρατήρησιν καὶ τὰς τῶν ποιητῶν ἀρετὰς καταρριπτεῖ καὶ τὰς ἕξεις τῶν ἀναγιγνωσκόντων καταγελάστους παρίστησιν. [Προειδοποίηση τοῦ καλοῦ γραμματικοῦ καὶ δάσκαλου τῆς γλώσσας: Ἡ κακὴ ἀνάγνωση ὑπονομεύει καί τὴν ἀξία τοῦ ποίηματος, γελοιοποιεῖ καί τοὺς τρόπους (τὶς ἔξεις) τοῦ ἀνίκανου ἀναγνώστη… ]

Ἀνάρτηση στὶς

«Μνημόσυνα» ἀπὸ τό «Φάος ἠελίοιο»

φάος-ηελίοι-ήλιου-φώς-προσωπείο-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου:]

Ἔρχεται ἡ ὥρα γιὰ τιμὲς σ᾿ ὅσους φύγανε, νὰ γίνουνε «μνημόσυνα». Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ἂχ καὶ νάσβηνε!: Μακάρι νὰ χωνόμασταν σὲ καινούργιο δέρμα! Νὰ μή θυμόμαστε τὴ χθεσινὴν αὐγή! Γιατί ν᾿ ἀρρωστήσουν ἀπὸ τὴ θύμηση ἡ ὄρεξη κι ὁ ὕπνος, σὲ μιὰ σύντομη, θνητὴ ζωή; Τόχα διαβάσει σὲ πρόλογο ἀπ᾿ τὴν Ἀντιγόνη τοῦ Σοφοκλῆ στὴ μετάφραση τοῦ Χέλντερλιν [Sophokles, Antigone, übersetzt von Fr. Hölderlin, bearbeitet von M. Walser und Ed. Selge, Insel Verlag, Frankfrut am Main 1989, σελ. 19-21]. Ὁ Γερμανὸς εἶχε «ἐξελληνίσει» τὴ γλῶσσα του μεγαλοφυῶς, γιὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν τραγικό -τὸ λογοτεχνικὸ ἀπόγονο τοῦ ἀοιδοῦ… Ὁ Τάκης Παπατσώνης, ποὺ μετέφρασε ᾠδές του, γράφει στὸ ποίημα Τὸ νεῖκος τοῦ ᾍδου: Μιὰ θέση μένει/ τώρα ἀδειανή, καὶ λίγο-λίγο πέφτει/ μιὰ σκιά… []/ Ἀναστημένη νὰ τὴν πῶ, δέν εἶναι ἀλήθεια!/ Ζωντανὴ στὴν ψυχή μας παρουσία/ βέβαια καὶ εἶναι! [] ⟨Μὰἀλλοῦ… γιορτάζει [] ἀπόψε… Θυμᾶμαι: Μάρτης μήνας γδάρτης -χιόνι· τὴ νύχτα, ὁ ἄνεμος εἶχε ρίξει τὴν καμινάδα στὴν Ἀνθοῦσα, τὸ χωριό μου· θάβαμε τὴ γιαγιᾶ μου: ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύ ξεως, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός… Αὐτά λέγονται στὰ ἑλληνορθόδοξα κοιμητήρια· ἡ διάστασή τους, ὅμως, ἦταν πάντα ὁμηρική γιὰ μένα· δέ μιλᾶνε γιὰ Ὑπερπέραν, Κόλαση καὶ Παράδεισο. «Ἐκεῖ ποὺ κατεβαίνεις, δέν ἔχει πιὰ μνήμη κι ὁδύνες-στεναγμούς. Πέθανε γιὰ σένα ἡ μνήμη. Ἐμεῖς θυμόμαστε πιὰ γιὰ σένα..- ὅ,τι μποροῦμε, ὅσο τὸ μποροῦμε…»


[] νύ κ᾿ ὀδυρομένοισιν ἔδυ φάος ἠελίοιο.
Τώρα, σὰν ὀδύρονταν, ἔδυσε τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.
Ἰλιὰς ραψῳδία Ψ, στίχος 154

Συνόδεψαν ὀδυρμοί τὸν Πάτροκλο στὴν ταφή του. Στεκότανε ὁ στρατὸς μὲ τοὺς ἡγέτες του νὰ τὸν τιμήσουν. Οἱ φωνὲς ἔκλαιγαν δυό: τὸ νεκρὸ καὶ τὸν ἥλιο καθὼς ἔδυε. Γιατὶ ἥλιος ἦταν γιὰ τὰ μάτια τοῦ Ἀχιλλέα κι ὁ Πάτροκλος -τόσο λαμπρὸς ποὺ ἀψήφησε τῆς μάνας του τὴν προειδοποίηση καὶ ξαναβγῆκε στὸν πόλεμο, γιὰ νὰ παρθῇ ἡ Τροία. Ὅποιος μένει στὴ ζωὴ κλαίει τὸν τελευταῖον ἥλιο, τὴν ὕστατη μέρα, ὅταν εἶχε ἀκόμα τὴν πολυτέλεια νὰ μή χάνεται σ᾿ ἀναμνήσεις· ὅταν δέ θυμόταν, μὰ ζοῦσε παρέα μὲ τὸ ἀγαπημένο πρόσωπο.

Ἀνάρτηση στὶς

«Τραγικὸ προσωπεῖο» ἀπὸ τό «Φάος ἠελίοιο»

φάος-ηελίοι-ήλιου-φώς-προσωπείο-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου:]

Ἀστράφτει ἡ καινούργια πανοπλία τοῦ Ἀχιλλέα, ποὺ σφυρηλάτησε ὁ Ἥφαιστος. Ἡ καινούργια ἀσπίδα ἔχει πάνω της τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα, τὸν Ἥλιο, τὴ Σελήνη, πόλεις, γάμους μέσα τους, φιλονικίες, στρατούς, θεούς..- τὸ πρῶτο μέγιστο «γλυπτό» τῆς Ἑλληνικῆς Τέχνης, ἂν καὶ νοερό. Γοητεία παράξενη συνοδεύει τὸν ἥρωα μὲ τούτη τὴν ἀσπίδα στὴ μάχη: πελώριος [Ἰλιάς, ραψῳδία Χ, στίχος 92], πανέμορφος, στολισμένος. Τί νὰ κάνουν οἱ ἐχθροί;: Νὰ τὸν λατρέψουνε ἡμίθεο ἢ νὰ τὸν σκοτώσουν; Προτοῦ ἐπιβληθῇ ἡ δύναμη τῶν ὅπλων, ἐπιβάλλεται ἡ ὄψη -ἡ ἐ π ί δ ε ι ξ η τῆς δύναμης. Αὐτὴ εἶν᾿ ἡ μισή νίκη· τὰ γόνατα τῶν ἀντιπάλων κόβονται, χάνουν τὴ δύναμή τους, καθὼς βλέπουν τὸ ὑπέρλαμπρο θέαμα ὅπως ἀργοπροβαίνει· κι ἀπαιτεῖται ἥλιου φῶς, γιὰ νὰ κλέψῃ κεῖνο τὰ βλέμματα καὶ νὰ τρομοκρατήσῃ τοὺς ἀπέναντι… Ὁ «ὑποκριτής» πρέπει νὰ παίξῃ καλά στήν «παράσταση» -νὰ μείνῃ ἀκλόνητος στὸ ρόλο του -ἀτρόμητος νὰ προχωράῃ ἀντανακλῶντας μὲ τὴν ἐξάρτυση τὸν ἥλιο -νάναι ὁ ἴ δ ι ο ς ἥλιος σωστός! «Νὰ μή μαυρίσουν τὴν καρδιά μου οἱ θεοί! Μή μὲ ποτίσουν φόβο, ἀλλιῶς εἶναι γραφτό…

ΑΧΙΛΛΕΥΣ:
…χερσὶν ὕπο Τρώων λείψειν φ ά ο ς ἠ ε λ ί ο ι ο.
…νὰ χάσω ἀπὸ χέρια Τρώων τὸ φ ῶ ς τοῦ ἥ λ ι ο υ.
[Ἰλιάς, ραψῳδία Σ, στίχος 11]

Νὰ προλάβω νὰ τελειώσω μὲ τὴν ἐκδίκησή μου -μὲ τὴ μεγάλη μου παράσταση -τὴ μέγιστη παράσταση!» Τὸ τραγικὸ πρόσωπο, ὡς ἄλλος τραγῳδός, πάει στὸν πόλεμο. Θέλει νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ὄψη του, κ᾿ ὕστερα νὰ ξεκάνῃ τοὺς ἔκθαμβους Τρῶες… Εἰρωνεία τραγική: Θὰ τὸν σκοτώσῃ – ὄχι στὴν Ἰλιάδα μὰ σ᾿ ἄλλο ἔπος, τὴν Αἰθιοπίδα [στὰ μή σῳζόμενα Κύκλια Ἔπη] – βέλος ἀπ᾿ τὸν κρυμμένο Πάρι στοὺς θάμνους· θὰ τὸν στοχεύσῃ καθ᾿ ὑπόδειξιν τοῦ Ἀπόλλωνα… Ὁ Πάρις, ποὺ κρυβότανε κιόλας πίσω ἀπ᾿ τὰ τείχη, ὁ καλοζωισμένος μὲ τὴν ὄμορφη Ἑλένη, θὰ καταφέρῃ τὸ θανάσιμο χτύπημα στόν «πρωταγωνιστή» ποὺ μάχονταν πάντα στὸ φῶς τῆς μέρας καὶ δέ φοβόταν νὰ βροντοφωνάξῃ τὴν παρουσία του. Ὁ «τραγῳδός»-ἥρως θὰ πέσῃ στὴ φωτισμένη σκηνὴ ἀπ᾿ τὸν κρυμμένο τεχνικὸ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ὑποβολέα πίσω -στὸ σκοτεινό «ἄδυτο» τῶν παρασκηνίων…

Ἀνάρτηση στὶς

Γιάννης Ρίτσος, ἀπ’ τή «Ρωμηοσύνη I»

ιλιάς-φάος-ηελίοιο-ήλιου-φως-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Στὴν προμετωπίδα τῆς ἑπόμενης ἔκδοσης: Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς – Γιὰ τὸ τοπίο τῆς Ἰλιάδος, τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου [Ἀθήνα 2019, σελ. 9]:

Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρό σὰν τὴ σιωπή·

σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στὸ φ ῶ ς τὶς ὀρφανὲς ἐληές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,

σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό -μονάχα φῶς.

Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἥσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.