Ἀνάρτηση στὶς

«Οἰκονομικὲς συνθῆκες στὴν ἀρχαία Ἰνδία» ἀπὸ τόν «Πρώιμο Βουδδισμό»

Thomas William Rhys Davids. Πρώιμος Βουδδισμός.

Ἀναμφισβήτητα, ἕνας λόγος τῆς ἐπισταμένης ἐνασχόλησης μ᾿ ἠθικὰ καὶ φιλοσοφικὰ ἐρωτήματα, ἦταν οἱ τότε οἰκονομικὲς συνθῆκες. Καμμιά ἀπ᾿ τὶς δυσκολίες τῶν κατοπινῶν καιρῶν δὲν ἦταν τόσο αἰσθητή. Ὁ πληθυσμὸς πρὸς συντήρηση ἦταν μᾶλλον καὶ μετὰ βίας τὸ ἕν δέκατο τοῦ ἀντίστοιχου σημερινοῦ· ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ἰδιοκτῆτες γῆς κατοίκους χωριῶν μὲ δική τους ἐδαφικὴ περιουσία, ἐποπτευόμενων ἀπὸ ἀξιωματούχους ἐκλεγμένους ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους τοὺς χωρικούς· ἔθιμα πανάρχαια περιώριζαν δὲ τὴν ἐξουσία… Φόρο δεκάτης σὲ εἶδος λάμβανε ἡ Διοίκηση -εἴτε ἦταν τοπικὴ δημοκρατία, εἴτε μακρινὸς βασιλιᾶς. Οἱ βασιλεῖς προχωροῦσαν ἐνίοτε σὲ δωρεὰ χωριοῦ, ὅπως λεγόταν, σ᾿ εὐγενῆ, ἀξιωματοῦχο ἢ ἱερέα. Ὅμως, αὐτὸ ἀφοροῦσε μόνο στὶς ληξιπρόθεσμες ὀφειλὲς πρὸς τὴ Διοίκηση· ἡ γῆ συνέχιζε ν᾿ ἀνήκῃ στοὺς χωρικούς, ἢ τὴν κοινότητά τους. Ὑπῆρχαν καὶ λίγες, μεμονωμένες μεγαλοϊδιοκτησίες, ὅπου κάποιος πλούσιος εἶχε προχωρήσει σ᾿ ἀποψίλωση τοῦ δάσους μὲ μισθωτὴ ἐργασία.

Ἀλλὰ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν ἦταν μικρός· ἡ μισθωτὴ ἐργασία θεωροῦνταν ἀπ᾿ τὸν ἐλεύθερο πολίτη ταπεινωτικὴ καί, ἂν ἀκόμα ἡ ἀποδοχὴ ἑνὸς αὐτοαπασχολούμενου σ᾿ ὑφιστάμενη κοινότητα χωρικῶν ἦταν δύσκολη, βρίσκονταν πολλὲς γαῖες ἀνένταχτες σ᾿ οἰκισμὸ καὶ προσβάσιμες στοὺς καταπατητές. Τὸ εὐρέως διαδεδομένο ἐσωτερικὸ ἐμπόριο ἄνοιγε ἄλλους ὁρίζοντες, κ᾿ οἱ συντεχνίες τῶν χειρώνακτων, ὠργανωμένες ἀπ᾿ τὴ γερουσία τους, πρόσφεραν ἀπασχόληση σ᾿ ὅσους κατάφερναν νὰ εἰσέλθουν στὶς τάξεις τους.

Ἐνῷ, ἐξαιτίας τῶν προηγουμένων, ὑπῆρχε λίγη φτώχεια, ὁ ἀριθμὸς ὅσων μποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν πλούσιοι γιὰ τὰ δεδομένα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς (πόσο μᾶλλον τῆς δικιᾶς μας), ἦταν ἐξίσου ἀρκετὰ περιωρισμένος. Μαθαίνουμε γιὰ μιὰ χούφτα ράγια καὶ μαχαραγιάδων, ποὺ τὸ εἰσόδημά τους ἦταν κυρίως κάποιοι ἔγγειοι φόροι, καθὼς καὶ μερικὲς ληξιπρόθεσμες ὀφειλὲς κ᾿ ἔκτακτες ἀμοιβές. Ἐπίσης, ἀναφέρεται σημαντικὸς ἀριθμὸς πλούσιων εὐγενῶν, κάποιοι εὔποροι ἱερεῖς καὶ κάμποσοι ἑκατομμυριοῦχοι ἔμποροι σὲ λίγες μεγάλες πόλεις. Δέν ὑπῆρχαν μεγάλοι κατασκευαστὲς κ᾿ ἰσχυροὶ γαιοκτήμονες.

Οἱ ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων ἦταν μικρές. Ἡ πλειοψηφία τους ἀποτελοῦνταν ἀπὸ νοικοκύρηδες χωρικοὺς ἢ χειρώνακτες μέ, κατὰ κύριο λόγο, δική τους γῆ -ἀνθρώπους ἀμέριμνους γιὰ τὰ προβλήματα τῆς φτώχειας… ἢ τοῦ πλούτου…

Ἀνάρτηση στὶς

Σύντομο ἱστορικὸ σημείωμα ἀπὸ τόν «Μαρτῖνο Λούθηρο»

maria-tryti-vennerød-μαρτίνος-λούθηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Τὸ ποιητικὸ δρᾶμα τῆς Maria Tryti Vennerød πρωτοκυκλοφορεῖ διεθνῶς ἀπ’ τὶς ἐκδόσεις.]

Ἤδη ἀπ᾿ τὸ 11ο καὶ 12ο αἰῶνα παρουσιάζονται στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη νέες δομές -οἰκονομικὲς καὶ διοικητικές. Αὐτὲς οἱ ἐξελίξεις καὶ κατακτήσεις, τὶς ἑπόμενες ἑκατονταετίες, θὰ μετέλλασαν πλήρως τὴ φεουδαρχικὴ κατάσταση ὅπου τὸ δίπολο ἐξουσίας τοῦ Πατριάρχη τῆς Ρώμης – τοῦ πάπα – καὶ τοῦ Αὐτοκράτορα τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους, ὥριζε ἐν πολλοῖς τὴ διεθνῆ πολιτικὴ σκηνή. Οἱ Ἰταλικὲς πόλεις-κράτη, ἐξαιτίας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἄμεσης ἐπαφῆς τους μὲ τὴν καταρρέουσα, ἀλλὰ πολιτισμικὰ ἀκμαία ἀκόμα, χριστιανικὴ Ἀνατολή (ἰδίως μετὰ τὶς Σταυροφορίες), αὐτονομήθηκαν σιγά-σιγά. Κοντινῆς ὑφῆς φαινόμενα παρουσιάζονται καὶ στὶς πόλεις ποὺ συγκροτοῦσαν τὴ Χανσεατικὴ Ἕνωση στὴ Βόρεια Εὐρώπη. Τὸ 1450, ὁ Γουτεμβέργιος ἀρχίζει νὰ τυπώνῃ σελίδες βιβλίων στὸ πιεστήριό του -κομβικὴ ἐξέλιξη στὴ διακίνηση τῆς γνώσης καὶ τῶν ἰδεῶν κατὰ τὴ Νεώτερη Ἐποχή. Τὸ 1492 ξεκινάει κι ὁ Κολόμβος τὸ ταξίδι του γιὰ τὶς Ἰνδίες, ἀνακαλύπτοντας ὅμως τὴν Ἀμερική.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ κλίμα ἐπέκτασης τῶν ὁριζόντων προστίθεται ἡ ἐκ νέου ἐπαφὴ μὲ τὴν Ἀρχαιότητα· πρῶτα κατὰ τὴ Λατινική, ἔπειτα τὴν Ἑλληνικὴ Παράδοση. Τούτη ἡ σπουδὴ τῶν Ἀρχαίων κ᾿ ἡ συνακόλουθη ἐξεταστικὴ θεώρηση τοῦ Κόσμου – ὅ,τι πιὰ ὀνομάζεται Ἀναγέννηση κι Οὐμανισμός – δὲν ἄφησε ἴδια μήτε τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία. Ὁ πάπας κι ὁ δογματικὸς Ρωμαιοκαθολικισμὸς δέν ἐπιβάλλονταν πνευματικὰ στοὺς λογίους, τοὺς σκεπτόμενους καὶ τ᾿ ἀστικὰ στρώματα, ὅπως πρωτύτερα. Πρὶν ἀπ᾿ τὴ μορφὴ τοῦ Λούθηρου, δρᾷ καὶ μαρτυρεῖ στὶς φλόγες ὁ ἱερέας ριζοσπάστης Ἰωάννης Οὕσσιος (Jan Hus, 1370-415). Μεσολαβεῖ κ᾿ ἡ ἐξόχως ἀμφιλεγόμενη περίπτωση τοῦ Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα (1452-98) στὴ Φλωρεντία, μὲ τὴν ἀντιπαπική του πολιτεία…

Μαρτῖνος Λούθηρος (Martin Luther) τοῦ Χὰνς Λοῦντερ καὶ τῆς Μαργκαρέτε Λίντεμανν, γεννήθηκε στὸ Ἄισλέμπεν τῆς Γερμανίας, κοντὰ στὴ Βαϊμάρη (10/11/1483)· στὸ ἴδιο μέρος κιόλας πέθανε (18/02/1546). Στὰ 63 χρόνια τῆς ζωῆς του, θὰ φανερωνόταν ἴσως ὡς ὁ καταλυτικώτερος ἀναμορφωτὴς τοῦ Χριστιανισμοῦ, μετὰ τὸν Παῦλο, τοὺς Ἕλληνες καὶ Λατίνους Πατέρες τῆς Ὕστερης Ἀρχαιότητας καὶ τοῦ Μεσαίωνα. Οἱ 95 θέσεις του, μιὰ πρωτοφανὴς ἀντίδραση κατά τῶν ἀτασθαλιῶν κ᾿ ὑπερβολῶν τῆς παπικῆς ἐξουσίας, ἀποδείχτηκαν τὸ ἔναυσμα γιὰ μιὰ νέα, βαθεία πρόσληψη τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ θέαση τοῦ Κόσμου· κύριοι ἄξονες: ἡ προσωπικὴ εὐθύνη, ἡ ἀδιαμεσολάβητη σχέση μὲ τὸ θεῖο κ᾿ ἡ ἐπιστροφὴ στὸ γράμμα τῆς πίστεως.

Ὄργανο γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς Βίβλου ὑπῆρξε ἡ μετάφρασή της ἀπ᾿ τὸ Λούθηρο στὴν τότε ὁμιλουμένη Γερμανική. Ἡ ἀπόδοση αὐτὴ ἐπηρέασε τὴ Γερμανικὴ γλῶσσα [ὅπως καὶ τὴ Νορβηγικὴ λογία γλώσσα (bokmål), μέσῳ τῆς Δανικῆς μετάφρασής της ποὺ βασίστηκε στὴν προσπάθεια τοῦ Λούθηρου], καθὼς καὶ τὴ σύγχρονη Φιλολογία, Κριτικὴ κ᾿ Ἑρμηνευτικὴ τῶν Κειμένων.

Ἀνάρτηση στὶς

«Περὶ ἀναγνώσεως» ἀπὸ τή «Γραμματικὴ Τέχνη»

διονύσιος-θράξ-γραμματική-τέχνη-θεοδόσης-παπαδημητρόπουλος

[Γραμματικὴ Τέχνη τοῦ Διονυσίου Θρᾳκός, ἡ πρώτη σῳζόμενη γραμματικὴ τῆς Ἑλληνικῆς, κυκλοφορεῖ κατάλληλα ὑπομνηματισμένη σὲ μέγεθος βιβλίου τσέπης.]

Ἀνάγνωσίς ἐστι ποιημάτων ἢ συγγραμμάτων ἀ δ ι ά π τ ω τ ο ς [ἄπταιστος] προφορά. Ἀναγνωστέον δὲ καθ᾽ ὑπόκρισιν [μὲ πλήρη ἐκφραστικὴ ἱκανότητα], κατὰ προσῳδίαν, κατὰ διαστολήν [μὲ κατάλληλες παύσεις]. Ἐκ μὲν γὰρ τῆς ὑποκρίσεως τὴν ἀρετήν, ἐκ δὲ τῆς προσῳδίας τὴν τέχνην, ἐκ δὲ τῆς διαστολῆς τὸν περιεχόμενον νοῦν ὁρῶμεν· ἵνα τὴν μὲν τραγῳδίαν ἡρωϊκῶς ἀναγνῶμεν, τὴν δὲ κωμῳδίαν βιωτικῶς [κατὰ μίμησιν βίου/«νατουραλιστικά»], τὰ δὲ ἐλεγεῖα λιγυρῶς [μ᾽ ὀξύ, καθαρὸν ἦχο], τὸ δὲ ἔπος εὐτόνως, τὴν δὲ λυρικὴν ποίησιν ἐμμελῶς, τοὺς δὲ οἴκτους ὑφειμένως [μὲ φωνὴ σπασμένη] καὶ γοερῶς. Τὰ γὰρ μὴ παρὰ τὴν τούτων γινόμενα παρατήρησιν καὶ τὰς τῶν ποιητῶν ἀρετὰς καταρριπτεῖ καὶ τὰς ἕξεις τῶν ἀναγιγνωσκόντων καταγελάστους παρίστησιν. [Προειδοποίηση τοῦ καλοῦ γραμματικοῦ καὶ δάσκαλου τῆς γλώσσας: Ἡ κακὴ ἀνάγνωση ὑπονομεύει καί τὴν ἀξία τοῦ ποίηματος, γελοιοποιεῖ καί τοὺς τρόπους (τὶς ἔξεις) τοῦ ἀνίκανου ἀναγνώστη… ]

Ἀνάρτηση στὶς

«Νανούρισμα» ἀπὸ τόν «Ἀμφιτρύωνα»

αμφιτρύων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ τὴν τραγικοκωμῳδία Ἀμφιτρύων τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

ΧΟΡΟΣ:
Μητέρα τοῦ σκότους
ποὺ μέσα σὲ σένα κρύβονται
ὅσα τὸ μέλλον δένουν…

Πλανεύτρα μαῖα
γι᾽ ἀγάπες, σχέδια,
λῃστεῖες κ᾽ αἱμάτινες
κακοῦργες ἀνταρσίες…

Ἐσὺ ποὺ ζωντανεύεις τὴν καρδιά,
ποὺ δίνεις δύναμη σὲ κάθε προδοσία
καὶ διώχνεις τοῦ νοῦ τὴ στείρα λογικὴ
γητεύοντας μὲ τῶν ἀστερισμῶν τὸ κάλος.

Πρόδρομε τοῦ φωτός, τῶν ἡμερῶν ἀρχαία,
ποὺ μὲ μανία ἀποστερεῖς τὸ λύχνο τῆς ψυχῆς
κ᾽ ἡ γλῶσσα ἡ ἀνθρώπινη, λαλιὰ καὶ νόημα χάνει.

Νύχτα ὀμορφοστόλιστη,
ποὺ κλείνεις μέσα σου
τῆς Γῆς τὴν ὅποια ἀσχήμια
κάνοντας τοὺς θνητοὺς

ν᾽ ἀπαλλάσσωνται μεμιᾶς
ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἀνάμνησης,
ἀπὸ τὴν πίκρα τῆς συνείδησης…

Ἀνάρτηση στὶς

«Τσίκνα εὐωδιαστή» ἀπὸ τόν «Ἀμφιτρύωνα»

αμφιτρύων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ τὴν τραγικοκωμῳδία Ἀμφιτρύων τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου:]

ΣΩΣΙΑΣ:
Ποιός δαίμονας μὲ κοροϊδεύει;..
Θεοί, δὲ σᾶς προσφέρω τσίκνα εὐωδιαστὴ
κάθε δεκαπενθήμερο; Δὲ σᾶς τιμάω;!
Γιατί μοῦ παίζετε παιγνίδια τόσο… ἄγρια;!


Τοῦ τόλεγα ὁ κακομοίρης: «Ἄσε με νὰ γυρίσω!
Δέν εἶμ᾽ ἐγὼ γιὰ πόλεμο, μὰ νὰ προσέχω πίσω –
νὰ φροντίζω τὶς γυναῖκες… Πίσω νὰ μ᾽ ἀφήσῃς!..»


Τώρα… νάτα,.. νάτα τ᾽ ἀποτελέσματα!:
ὁ ἑαυτός μου ἐγὼ ἀ π ο δ ῶ
κι ὁ ἑαυτός μου αὐτὸς ἀ π έ ν α ν τ ι!..


Δία,.. σῶσε τὸν καλό σου τὸ Σωσία!

Ἀνάρτηση στὶς

Γιάννης Ρίτσος, ἀπ’ τή «Ρωμηοσύνη I»

ιλιάς-φάος-ηελίοιο-ήλιου-φως-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Στὴν προμετωπίδα τῆς ἑπόμενης ἔκδοσης: Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς – Γιὰ τὸ τοπίο τῆς Ἰλιάδος, τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου [Ἀθήνα 2019, σελ. 9]:

Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρό σὰν τὴ σιωπή·

σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στὸ φ ῶ ς τὶς ὀρφανὲς ἐληές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,

σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό -μονάχα φῶς.

Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἥσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.