Ἀνάρτηση στὶς

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, Ἀπ’ τὴν ἀνάλυση τῆς «Λαίδης Ἴνγκερ τοῦ Ἔστρωτ»

ερρίκος-ίψεν-η-λαίδη-ίνγκερ-του-έστρωτ-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος-εκδόσεις

Δύο ἀντικρουόμενα συναισθήματα προκαλοῦνται, ὅταν σπουδάζῃ κάποιος τὶς πρῶτες προσπάθειες ἑνὸς ὄντως σημαντικοῦ: ἀπογοήτευση γιὰ τὸ ἀκόμα ἀνεκπλήρωτο· γοητεία γιὰ τὸ ἐπερχόμενο π᾽ ἀχνοφαίνεται. Ἴδια, ὅπως στὸν Κατιλίνα, τὸν Τάφο τοῦ Πολεμιστῆ, τὴ Νόρμα καὶ τἩ νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ, ἀκούγεται – σχεδὸν σὲ κάθε ἀτάκα – ἡ μακρινὴ ἐπιβλητική «συμφωνία» τῶν μελλοντικῶν κατακτήσεων. Τὰ τέσσερα τοῦτα ἔργα, μαζὶ μὲ τἩ Λαίδη Ἴνγκερ τοῦ Ἔστρωτ συναπαρτίζουν λειτουργικὴ ἑνότητα, κυοφορῶντας ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ θὰ ξεδιπλωθοῦν μὲ μαστοριὰ στὸ μέλλον.

Κατιλίνας φανερώνει ἐξ ἀρχῆς τὴν ἀμείωτη φιλαλήθεια καὶ τὸ πνευματικὸ κουράγιο τοῦ δημιουργοῦ. Ὁ τάφος τοῦ πολεμιστῆ δηλώνει τὴν ἡρωικὴ περπατησιὰ τῶν χαρακτήρων, ἀκόμα καὶ στὰ πολύ «ταπεινά». Ἡ Νόρμα προοιωνίζει τὸ δηλητηριῶδες φλέγμα καὶ τὴν ὑψηλὴ εἰρωνεία. ΣτἩ νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ προτάσσεται ἡ ἀνάγκη γιὰ ἕνα λόγο ἁπλόν, στὸ στόμα σχεδὸν τοῦ καθενὸς γιὰ κείνη τὴν ἐποχή· ἐπίσης ἐπιχειρεῖται συστηματικὰ ἡ ὑπονόμευση τοῦ νορβηγικοῦ καθωσπρεπισμοῦ κ᾽ ἐπαρχιωτισμοῦ. ΣτἩ Λαίδη Ἴνγκερ, ὁ Ἴψεν βαθύτατα ξαναπιάνει τὸ νῆμα τοῦ Κατιλίνα, δηλαδὴ τὸ τραγικό, κατὰ βάσιν, ἀδιέξοδο τῶν ἀνθρωπίνων, ὅπως τὰ διδασκόμαστε ἀπ᾽ τὴν Ἱστορία.

[] Ἡ ΛΑΙΔΗ ΙΝΓΚΕΡ, <ὡς πρόσωπο σκηνικό,> συνθέτει ὡρισμένες σαιξπηρικές «σταθερές» ποὺ τὴν κατατάσσουν στοὺς δελεαστικώτερους γυναικείους ρόλους τῆς παγκόσμιας δραματουργίας: τὴν ἀναβλητικότητα ἑνὸς ΑΜΛΕΤ, τὴ σιδερένια βούληση καὶ ξεροκεφαλιὰ μιᾶς ΛΑΙΔΗΣ ΜΑΚΜΠΕΘ, τὴν κυνικότητα ἑνὸς Ριχάρδου Γ΄. Οἱ ἄθλιες μηχανορραφίες τοῦ ΝΙΛΣ ΛΥΚΚΕ δὲν ἔχουν τίποτα νὰ ζηλέψουν ἀπ᾽ τὴν ὀφιοειδῆ παρουσία κιόλας τοῦ ΚΆΡΛΟΣ στὸν γκαιτικὸ Κλάβιγκο.

Στὸ ἔργο ζωντανεύει μιὰ ἐποχὴ γεμάτη ἀκρότητες, φανατισμὸ καὶ μισαλλοδοξία· ὅταν ἡ Εὐρώπη χωρίστηκε στὰ δυό, λόγῳ, ἀλίμονο, τῆς ἀναπογυρισμένης σοφίας ἀπ᾽ τὶς τόσες προόδους τῆς Ἀναγέννησης. Ἀντί ἡ ἤπειρος νὰ ἐξυψωθῇ, βούτηξε μές στὸ αἵμα καὶ τὴ λάσπη μακροχρόνιων πολέμων μὲ λάβαρο τήν «ἁγνὴ πίστη» πρὸς τὸν μάταια Ἐσταυρωμένο. Ἡ ΛΑΙΔΗ ΙΝΓΚΕΡ χάνει τὰ παιδιά της κάπως σὰν καὶ τὴ ΜΑΝΑ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ἀπ᾽ τ᾽ ὁμώνυμο μπρεχτικὸ ἔργο. Ἡ τεχνικὴ τῶν δυὸ δημιουργῶν δέν εἶναι ἴδια -τοὺς χωρίζει μιὰ ἄβυσσος: ὁ ὄψιμος 19ος αἰώνας κι ὁ Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, μιὰ ἄλλη ἰδεολογία· ὅμως, οἱ προσπάθειές τους ν᾽ ἀπεικονίσουν τὸ ἀδιέξοδο τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ἱστορικῶν μηχανισμῶν, συναντῶνται στὸ κλάμα τῶν δυὸ μανάδων! Μία συνεπὴς σύγχρονη ἀνάγνωση ὀφείλει νἆναι ἰδιαίτερα ὑποψιασμένη στὴ σχεδὸν γκροτέσκα σκηνὴ ὅπου ἡ ΛΑΙΔΗ ΙΝΓΚΕΡ περιμένει πότε νὰ βιδώσουνε τὸ φέρετρό της μὲ μέσα πατικωμένο τὸ γιὸ καὶ τελευταῖα ἀδικοχαμένο παιδί της… Ἡ ἀφέντρα τοῦ πύργου στὸ Ἔστρωτ ὑποστασιοποιεῖ τὴν καταβολικὴ ἀνθρώπινη ἄγνοια μπρὸς στὸν Κόσμο. Ἡ κραυγή της: Κανένας δὲν ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ Θεὸ κι ἀνθρώπους!, ἂν κι ἀναφέρεται σαφέστατα στὸ Λούθηρο καὶ τὸ νέο του κήρυγμα γιὰ τὴν ἀδυναμία κάθε μεσιτείας, ἁγίου, συγχωροχαρτιοῦ κ᾽ «ἑξαπτέρυγου», γενικεύεται ἀπ᾽ τὸν Ἴψεν ὑπαρξιακὰ καὶ θυμίζει ἔντονα (αὐτὸ θ᾽ ἀποδειχθῇ περίτρανα μὲ τὰ κατοπινὰ χρόνια) τὸ αἰσχύλειο: Ζεύς, ὅστίς ποτ᾽ ἐστίν… ἢ τὸν μετεωρισμὸ ἑνὸς ΒΑΣΙΛΙΑ ΛΗΡ πλάι στὸν ΤΡΕΛΛΟ του. []

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπὸ τὸν πρόλογο γιὰ τή «Νόρμα»

ερρίκος-ίψεν-νόρμα-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τὸ ἴδιον ἀπόγευμα, εἴδομεν τὴν Νόρμαν τοῦ Μπελλίνι, καὶ ἐξαίφνης κατενοήσαμεν: Τὸ Κοινοβούλιον ἀποτελεῖ ταλαντοῦχον λυρικὸν θίασον!.. Δέ θὰ ἐπαναλάβωμεν, εἴτε εἰς ἑμαυτούς, εἴτε εἰς τὸν ἀναγνώστην, τὴν ἅλυσον τῶν ἐπιχειρημάτων ἃ ὡδήγησαν ἡμᾶς εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο· διατί, ποῖος, ἀλήθεια, δέν γιγνώσκει τὴν μαγευτικὴν δύναμιν τῆς Μουσικῆς, ποῖος ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὴν Μουσικήν ἐδόθη ἡ ἁρμοδιότης νὰ κόπτῃ, μετὰ τοῦ ἀλεξανδρείου φασγάνου, τὸν Γόρδιον Δεσμὸν τῆς Σκέψεως καὶ νὰ ἐκτινάσσῃ ἡμᾶς πέραν τῆς σπειροειδοῦς ἀτραποῦ τῆς Λογικῆς μετὰ ταχυτήτος φωτός -νὰ μᾶς ἐναποθέτῃ εἰς τόπον ἀνέλπιστον προτέρως;!. Ὅμως, ὅσο προσεκτικώτερον ἐξητάζομεν τὴν περίπτωσιν, τοσοῦτον ἐναργεστέρα καθίστατο.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπ’ τίς «Παιδικὲς μνῆμες» στή «Νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ»

ερρίκος-ίψεν-νύχτα-τ-αγιαννιού-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μὰ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ, τὰ πράματα κυλοῦσαν πιό χαρούμενα: Δέ γιορταζόταν ἀπ᾽ ὅλους μαζί· τ᾽ ἀγόρια κ᾽ οἱ νέοι τῶν πόλεων χωρίζονταν σὲ συντροφιὲς τῶν πέντε-ἕξι ἀτόμων καὶ ψάχνανε νὰ βροῦν καύσιμη ὕλη γιὰ τὴ δικιά τους τὴν πυρά… Ἤδη, ἀπ᾽ τὴν Πεντηκοστή, μαζευόμασταν καὶ πηγαίναμε στὰ ναυπηγεῖα καὶ τὰ καταστήματα τοῦ Σιὲν νά «ἱκετεύσουμε» γιὰ κάνα βαρέλι πίσσα..- παράξενο ἔθιμο ποὺ βαστοῦσε ἀπὸ καιροὺς λησμονημένους… Γιὰ ὅ,τι δέν παίρναμε μὲ σύμφωνη γνώμη, μὰ τὸ κλέβαμε, μήτε ὁ ἰδιοκτήτης, μήτε ἡ ἀστυνομία σκέφτονταν ποτὲ νὰ μᾶς ἐπιπλήξουν κάπως. Ὁπότε, μιὰ συντροφιὰ ἅρπαζε ἔτσι ὁλόκληρη στοίβα ἀπὸ βαρέλια πίσσα!.. Τὸ ἴδιο πάνω χέρι εἴχαμε καὶ στὶς παληές τὶς βάρκες!: Ἂν καταφέρναμε ν᾽ ἀποφύγουμε τὰ ἐμπόδια στὴ στεριά, μπορούσαμε νὰ τὶς τραβήξουμε μακριὰ μὲ τὴν ἡσυχία μας καὶ νὰ κρατήσουμε τὰ λάφυρα· εἴχαμε μ᾽ ἀσφάλεια ἀποθηκευμένο ὅ,τι ἦταν ἰδιοκτησία μας πιὰ ἤ,.. τέλοσπάντων,.. δέν τὄχε κάποιος ἄλλος διεκδικήσει… Οἱ βάρκες περιφέρονταν – μέρες πρὶν ἀπ᾽ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ – θριαμβικά στὰ σοκκάκια πρὸς τὸ σημεῖο τῆς πυρᾶς. Στὴ βάρκα μέσα καθόταν ἕνας βιολιστὴς κ᾽ ἔπαιζε· τὄχα δεῖ πολλές φορὲς καὶ κάποτε εἶχα συμμετάσχει καὶ σὲ μιὰ τέτοια πομπή…