Ἀνάρτηση στὶς

«Μνημόσυνα» ἀπὸ τό «Φάος ἠελίοιο»

φάος-ηελίοι-ήλιου-φώς-προσωπείο-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου:]

Ἔρχεται ἡ ὥρα γιὰ τιμὲς σ᾿ ὅσους φύγανε, νὰ γίνουνε «μνημόσυνα». Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ἂχ καὶ νάσβηνε!: Μακάρι νὰ χωνόμασταν σὲ καινούργιο δέρμα! Νὰ μή θυμόμαστε τὴ χθεσινὴν αὐγή! Γιατί ν᾿ ἀρρωστήσουν ἀπὸ τὴ θύμηση ἡ ὄρεξη κι ὁ ὕπνος, σὲ μιὰ σύντομη, θνητὴ ζωή; Τόχα διαβάσει σὲ πρόλογο ἀπ᾿ τὴν Ἀντιγόνη τοῦ Σοφοκλῆ στὴ μετάφραση τοῦ Χέλντερλιν [Sophokles, Antigone, übersetzt von Fr. Hölderlin, bearbeitet von M. Walser und Ed. Selge, Insel Verlag, Frankfrut am Main 1989, σελ. 19-21]. Ὁ Γερμανὸς εἶχε «ἐξελληνίσει» τὴ γλῶσσα του μεγαλοφυῶς, γιὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν τραγικό -τὸ λογοτεχνικὸ ἀπόγονο τοῦ ἀοιδοῦ… Ὁ Τάκης Παπατσώνης, ποὺ μετέφρασε ᾠδές του, γράφει στὸ ποίημα Τὸ νεῖκος τοῦ ᾍδου: Μιὰ θέση μένει/ τώρα ἀδειανή, καὶ λίγο-λίγο πέφτει/ μιὰ σκιά… []/ Ἀναστημένη νὰ τὴν πῶ, δέν εἶναι ἀλήθεια!/ Ζωντανὴ στὴν ψυχή μας παρουσία/ βέβαια καὶ εἶναι! [] ⟨Μὰἀλλοῦ… γιορτάζει [] ἀπόψε… Θυμᾶμαι: Μάρτης μήνας γδάρτης -χιόνι· τὴ νύχτα, ὁ ἄνεμος εἶχε ρίξει τὴν καμινάδα στὴν Ἀνθοῦσα, τὸ χωριό μου· θάβαμε τὴ γιαγιᾶ μου: ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύ ξεως, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός… Αὐτά λέγονται στὰ ἑλληνορθόδοξα κοιμητήρια· ἡ διάστασή τους, ὅμως, ἦταν πάντα ὁμηρική γιὰ μένα· δέ μιλᾶνε γιὰ Ὑπερπέραν, Κόλαση καὶ Παράδεισο. «Ἐκεῖ ποὺ κατεβαίνεις, δέν ἔχει πιὰ μνήμη κι ὁδύνες-στεναγμούς. Πέθανε γιὰ σένα ἡ μνήμη. Ἐμεῖς θυμόμαστε πιὰ γιὰ σένα..- ὅ,τι μποροῦμε, ὅσο τὸ μποροῦμε…»


[] νύ κ᾿ ὀδυρομένοισιν ἔδυ φάος ἠελίοιο.
Τώρα, σὰν ὀδύρονταν, ἔδυσε τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.
Ἰλιὰς ραψῳδία Ψ, στίχος 154

Συνόδεψαν ὀδυρμοί τὸν Πάτροκλο στὴν ταφή του. Στεκότανε ὁ στρατὸς μὲ τοὺς ἡγέτες του νὰ τὸν τιμήσουν. Οἱ φωνὲς ἔκλαιγαν δυό: τὸ νεκρὸ καὶ τὸν ἥλιο καθὼς ἔδυε. Γιατὶ ἥλιος ἦταν γιὰ τὰ μάτια τοῦ Ἀχιλλέα κι ὁ Πάτροκλος -τόσο λαμπρὸς ποὺ ἀψήφησε τῆς μάνας του τὴν προειδοποίηση καὶ ξαναβγῆκε στὸν πόλεμο, γιὰ νὰ παρθῇ ἡ Τροία. Ὅποιος μένει στὴ ζωὴ κλαίει τὸν τελευταῖον ἥλιο, τὴν ὕστατη μέρα, ὅταν εἶχε ἀκόμα τὴν πολυτέλεια νὰ μή χάνεται σ᾿ ἀναμνήσεις· ὅταν δέ θυμόταν, μὰ ζοῦσε παρέα μὲ τὸ ἀγαπημένο πρόσωπο.