Ἀνάρτηση στὶς

«Πουθενά παννάκι» ἀπ’ τόν «Ἐνὼχ Ἄρντεν»

BorneoRainforest DSC 9267.JPG
By T. R. Shankar Raman – Own work, CC BY-SA 4.0, Link

Τὸ δεντρόφυτο ὥς τὴν κορυφὴ βουνό,
τὰ δρομάκια π᾽ ἀνέβαιναν στὸν Οὐρανό,
τὰ κλαδιά-λοφία πάνω στὰ δέντρα,
τὶς λάμψεις τῶν πουλιῶν καὶ τῶν ἐντόμων,
τὰ φίδια ποὺ γυαλίζαν τυλιγμένα
στοὺς κορμούς, καὶ τρέχανε σαΐτες
ἀπ᾽ τό ᾽να ἄκρο στ᾽ ἄλλο, μὰ καὶ τὸ φῶς
– τὴ δόξα! – τοῦ τοπίου ποὺ ἁπλωνόταν..-
ὅλα τους τἆδε· μὰ ὅ,τι λαχταροῦσε
καὶ δ έ ν εἰδε, ἦταν μορφὴ ἀ ν θ ρ ώ π ο υ·
μήτε κι ἄκουσε ἀνθρώπινη λαλιά· ἀλλ᾽ ἄκουγε
τὸ μυριόστομο τὸ κρώξιμο ἀπ᾽ τὰ θαλασσοπούλια,
τὸ ἀστραπόβροντο, λεῦγες μακριὰ στοὺς ὕφαλους,
τὸν ψίθυρο τῶν δέντρων σὰν κινοῦνταν
δαρμένα ἀπ᾽ τοὺς ἀνέμους, καὶ τὸν κρότο
ἀπὸ χείμαρο ποὔφτειαχνε τὸ κῦμα,
σὰν κυλοῦσε ὁρμητικά στὴ θάλασσα. Ὁλημερίς
καθότανε συχνὰ κοιτῶντας μές στὸν πόντο,
ὡς ναυαγός, μὴ κ᾽ ἐμφανιστῇ κάνα παννάκι·
μὰ δ έ φαινόταν… Καὶ κάθε μέρα
ἀντίκρυζε τὸν ἥλιο μὲ τὶς κόκκινες ἀχτῖδες του
ἀνάμεσα σὲ φοινικιές, σὲ φτέρες καὶ γκρεμούς,..
τὸ ἀεράκι πέρα στ᾽ ἀνατολικά νερά,
τὸ ἀεράκι πάνω στὸ νησί,..
τὸ ἀεράκι στὰ δυτικά νερά·
ἔπειτα τ᾽ ἄστρα τὰ μεγάλα στὸ στερέωμα,
τὸν βρυχούμενο ὡκεανό, καὶ πάλι
τὶς κόκκινες ἀχτῖδες στὸ ἡλιοβασίλεμα..-
μὰ π ο υ θ ε ν ά παννάκι!..

Ἀνάρτηση στὶς

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος, Ἀπ’ τὴν ἀνάλυση τῆς «Λαίδης Ἴνγκερ τοῦ Ἔστρωτ»

ερρίκος-ίψεν-η-λαίδη-ίνγκερ-του-έστρωτ-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος-εκδόσεις

Δύο ἀντικρουόμενα συναισθήματα προκαλοῦνται, ὅταν σπουδάζῃ κάποιος τὶς πρῶτες προσπάθειες ἑνὸς ὄντως σημαντικοῦ: ἀπογοήτευση γιὰ τὸ ἀκόμα ἀνεκπλήρωτο· γοητεία γιὰ τὸ ἐπερχόμενο π᾽ ἀχνοφαίνεται. Ἴδια, ὅπως στὸν Κατιλίνα, τὸν Τάφο τοῦ Πολεμιστῆ, τὴ Νόρμα καὶ τἩ νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ, ἀκούγεται – σχεδὸν σὲ κάθε ἀτάκα – ἡ μακρινὴ ἐπιβλητική «συμφωνία» τῶν μελλοντικῶν κατακτήσεων. Τὰ τέσσερα τοῦτα ἔργα, μαζὶ μὲ τἩ Λαίδη Ἴνγκερ τοῦ Ἔστρωτ συναπαρτίζουν λειτουργικὴ ἑνότητα, κυοφορῶντας ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ θὰ ξεδιπλωθοῦν μὲ μαστοριὰ στὸ μέλλον.

Κατιλίνας φανερώνει ἐξ ἀρχῆς τὴν ἀμείωτη φιλαλήθεια καὶ τὸ πνευματικὸ κουράγιο τοῦ δημιουργοῦ. Ὁ τάφος τοῦ πολεμιστῆ δηλώνει τὴν ἡρωικὴ περπατησιὰ τῶν χαρακτήρων, ἀκόμα καὶ στὰ πολύ «ταπεινά». Ἡ Νόρμα προοιωνίζει τὸ δηλητηριῶδες φλέγμα καὶ τὴν ὑψηλὴ εἰρωνεία. ΣτἩ νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ προτάσσεται ἡ ἀνάγκη γιὰ ἕνα λόγο ἁπλόν, στὸ στόμα σχεδὸν τοῦ καθενὸς γιὰ κείνη τὴν ἐποχή· ἐπίσης ἐπιχειρεῖται συστηματικὰ ἡ ὑπονόμευση τοῦ νορβηγικοῦ καθωσπρεπισμοῦ κ᾽ ἐπαρχιωτισμοῦ. ΣτἩ Λαίδη Ἴνγκερ, ὁ Ἴψεν βαθύτατα ξαναπιάνει τὸ νῆμα τοῦ Κατιλίνα, δηλαδὴ τὸ τραγικό, κατὰ βάσιν, ἀδιέξοδο τῶν ἀνθρωπίνων, ὅπως τὰ διδασκόμαστε ἀπ᾽ τὴν Ἱστορία.

[] Ἡ ΛΑΙΔΗ ΙΝΓΚΕΡ, <ὡς πρόσωπο σκηνικό,> συνθέτει ὡρισμένες σαιξπηρικές «σταθερές» ποὺ τὴν κατατάσσουν στοὺς δελεαστικώτερους γυναικείους ρόλους τῆς παγκόσμιας δραματουργίας: τὴν ἀναβλητικότητα ἑνὸς ΑΜΛΕΤ, τὴ σιδερένια βούληση καὶ ξεροκεφαλιὰ μιᾶς ΛΑΙΔΗΣ ΜΑΚΜΠΕΘ, τὴν κυνικότητα ἑνὸς Ριχάρδου Γ΄. Οἱ ἄθλιες μηχανορραφίες τοῦ ΝΙΛΣ ΛΥΚΚΕ δὲν ἔχουν τίποτα νὰ ζηλέψουν ἀπ᾽ τὴν ὀφιοειδῆ παρουσία κιόλας τοῦ ΚΆΡΛΟΣ στὸν γκαιτικὸ Κλάβιγκο.

Στὸ ἔργο ζωντανεύει μιὰ ἐποχὴ γεμάτη ἀκρότητες, φανατισμὸ καὶ μισαλλοδοξία· ὅταν ἡ Εὐρώπη χωρίστηκε στὰ δυό, λόγῳ, ἀλίμονο, τῆς ἀναπογυρισμένης σοφίας ἀπ᾽ τὶς τόσες προόδους τῆς Ἀναγέννησης. Ἀντί ἡ ἤπειρος νὰ ἐξυψωθῇ, βούτηξε μές στὸ αἵμα καὶ τὴ λάσπη μακροχρόνιων πολέμων μὲ λάβαρο τήν «ἁγνὴ πίστη» πρὸς τὸν μάταια Ἐσταυρωμένο. Ἡ ΛΑΙΔΗ ΙΝΓΚΕΡ χάνει τὰ παιδιά της κάπως σὰν καὶ τὴ ΜΑΝΑ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ἀπ᾽ τ᾽ ὁμώνυμο μπρεχτικὸ ἔργο. Ἡ τεχνικὴ τῶν δυὸ δημιουργῶν δέν εἶναι ἴδια -τοὺς χωρίζει μιὰ ἄβυσσος: ὁ ὄψιμος 19ος αἰώνας κι ὁ Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, μιὰ ἄλλη ἰδεολογία· ὅμως, οἱ προσπάθειές τους ν᾽ ἀπεικονίσουν τὸ ἀδιέξοδο τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ἱστορικῶν μηχανισμῶν, συναντῶνται στὸ κλάμα τῶν δυὸ μανάδων! Μία συνεπὴς σύγχρονη ἀνάγνωση ὀφείλει νἆναι ἰδιαίτερα ὑποψιασμένη στὴ σχεδὸν γκροτέσκα σκηνὴ ὅπου ἡ ΛΑΙΔΗ ΙΝΓΚΕΡ περιμένει πότε νὰ βιδώσουνε τὸ φέρετρό της μὲ μέσα πατικωμένο τὸ γιὸ καὶ τελευταῖα ἀδικοχαμένο παιδί της… Ἡ ἀφέντρα τοῦ πύργου στὸ Ἔστρωτ ὑποστασιοποιεῖ τὴν καταβολικὴ ἀνθρώπινη ἄγνοια μπρὸς στὸν Κόσμο. Ἡ κραυγή της: Κανένας δὲν ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ Θεὸ κι ἀνθρώπους!, ἂν κι ἀναφέρεται σαφέστατα στὸ Λούθηρο καὶ τὸ νέο του κήρυγμα γιὰ τὴν ἀδυναμία κάθε μεσιτείας, ἁγίου, συγχωροχαρτιοῦ κ᾽ «ἑξαπτέρυγου», γενικεύεται ἀπ᾽ τὸν Ἴψεν ὑπαρξιακὰ καὶ θυμίζει ἔντονα (αὐτὸ θ᾽ ἀποδειχθῇ περίτρανα μὲ τὰ κατοπινὰ χρόνια) τὸ αἰσχύλειο: Ζεύς, ὅστίς ποτ᾽ ἐστίν… ἢ τὸν μετεωρισμὸ ἑνὸς ΒΑΣΙΛΙΑ ΛΗΡ πλάι στὸν ΤΡΕΛΛΟ του. []

Ἀνάρτηση στὶς

Maria Tryti Vennerød, «Ὁ Μαρτῖνος στὴ Ρώμη» ἀπὸ τόν «Μαρτῖνο Λούθηρο»

maria-tryti-vennerød-μαρτίνος-λούθηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τραβάω στὴ Ρώμη, τὴν πόλη τῆς ἀγάπης, τὴν πόλη τῆς πίτσας καὶ τοῦ ἐσπρέσσο, τὴν πόλη τοῦ Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου, τὴν πόλη τοῦ Ἡρώδη, τοῦ Ἀλέξανδρου, τοῦ Καίσαρα, τοῦ Γκαριμπάλντι, τοῦ Μουσσολίνι, τοῦ Μπερλουσκόνι, τοῦ Φελλίνι, τοῦ Παβαρόττι, τοῦ Τορτελλίνι -τὴν πόλη ὅλων αὐτῶν. Θαμπώθηκα ἀπ᾿ τὸν τροῦλο καὶ τὴ μεγαλοπρέπεια καὶ τὶς τροῦφες καὶ τὸ λευκὸ κρασί, κ᾿ ἔμαθα κάπως ἐσένα, Θέ μου.

᾽Εδῶ μπορεῖ κάποιος νὰ σωθῇ…

Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔχει ἀγοράσει οἰκία…

Ἐδῶ μπορεῖ κάποιος νὰ κατορθώσῃ τὴ σωτηρία…

Per tutta la famiglia!

Συγνώμη, ἡ μαμᾶ κι ὁ μπαμπᾶς ἀκόμα ζοῦν,..

ἀλλιῶς θὰ τ᾿ ἀγόραζα κ᾿ ἐγώ νὰ τοὺς ἐλευθερώσω

ἀπ᾿ τὴν Κόλαση.

Εὐχή γιὰ τὴ μαμᾶ –

συγχώρεση γιὰ τὸν μπαμπᾶ.

Χαιρετίσματα ἀπ᾿ τὴ Ρώμη!

Ἀπίστευτες μερικὲς εὐκαιρίες γιὰ προσκύνημα,

μὰ ἡ οὐρὰ εἶναι τόσο μεγάλη…

Πηγαίνω καὶ τρώω ρέγγα ἀντὶ νὰ στέκωμαι ὄρθιος…

Μετὰ τὸ μεσημεριανό:
ἡ κλίμακα τοῦ Πιλάτου·

ἡ κλίμακα ποὺ κατέβηκε ὁ Ἰησοῦς, κ᾿ ἔπειτα τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο!..

Ὅποιος τὴν ἀνεβῆ μὲ τὰ γόνατα, θὰ σωθῇ, λέει ὁ ὁδηγός.
Λέει… πὼς τὴν κλίμακα τὴ φέραν ἀπ᾿ τὴν Ἰερουσαλήμ…

Σκαρφαλώνω
πάνω –
σκαλί-σκαλί –
γδαρμένος –
σὰν καβούρι
πεινασμένο γιὰ σωτηρία!

Ξαφνικὰ ἀκούω
ἀπ᾿ τὸν οὐρανό;.. Ἢ ἀπ᾿ τὸ κεφάλι μου μέσα;..

Ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἡ ἔναρξη τοῦ «Ἐνὼχ Ἄρντεν»

alfred-tennyson-ενώχ-άρντεν-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Σειρὲς μακριές μὲ βράχια ἔχουνε φτειάξει χάσμα
καὶ μές στὸ χάσμα ἀφρὸς καὶ κίτρινη ἄμμος·
στὸ βάθος στέγες κόκκινες σὲ στενή ἀποβάθρα
πλάι-πλάι· παραπέρα, ἕνα ἐκκλησάκι· πιό πάνω
δρόμος μακρύς πρὸς ἕναν ψηλό, σὰν πύργο, μύλο·
παραπίσω στὸν ὁρίζοντα σταχτὴς ἀμμόλοφος
μὲ τάφους Δανικούς· ἐκεῖ δασάκι ἀπὸ φουντουκιὲς
ποὺ στοιχειώνεται ἀπὸ φθινοπωρινοὺς συλλέκτες
καὶ καταπράσινο, ἀνθίζει στὴν κατηφοριά…

Στὴν παραλία τούτη – πᾶν ἑκατὸ χρόνια –
τρία παιδιὰ ἀπὸ τρία σπίτια: ἡ Ἄννα Λή,
ἡ ὀμορφότερη κοπέλα στὸ λιμάνι ὁλάκερο,
ὁ Φίλιππος Ρέυ, ὁ μοναχογιὸς τοῦ μυλωνᾶ,
κι ὁ Ἐνὼχ Ἄρντεν, τὸ παλληκάρι ἑνὸς ναύτη
σὲ ναυάγιο σκοτωμένου, παίζανε μαζὶ
μές σὲ σκουπίδια καὶ σὲ σανίδες πεταμένες,
σὲ καραβόσκοινα, στὰ δίχτυα τῶν ψαράδων,
σ᾽ ἄγκυρες ὅλο σκουριά, σὲ βάρκες ἔξω τραβηγμένες·
παλάτια χτίζανε οἱ τρεῖς τους πάνω στὴν ἄμμο
καὶ βλέπαν πῶς πλημύριζαν χαλῶντας τα
τ᾽ ἄσπρο κῦμα, σὰν αὐτὸ καθημερνὰ
ἔσβηνε τὶς μικρὲς πατημασιές τους.

Κάτω ἀπ᾽ τὰ βράχια βρισκότανε στενὴ σπηλιά·
τὴν εἶχαν τὰ παιδιὰ γιὰ νοικοκυριὸ καὶ παίζαν:
Ἦταν ὁ Ἐνὼχ μιὰ μέρα ὁ νοικοκύρης, ὁ Φίλιππος τὴν ἄλλη
καὶ π ά ν τ α ἡ Ἄννα, ἡ κυρά· μὰ κάποτε
ἤθελε ὁ Ἔνώχ «ἰδιοκτήτης» νάναι μ ι ὰ β δ ο μ ά δ α:
«Αὐτό εἰναι τὸ σπίτι μου, κι αὐτή εἰν᾽ ἡ κοπελιά μου!»
«Καὶ δικιά μου!», ἔλεγε ὁ Φίλιππος. «Μὲ τὴ σειρά!..»
Ὁ Ἐνώχ, ὅταν μαλώνανε, σὰν πιό χεροδύναμος,
νικοῦσε καὶ τοῦ Φίλιππου τὰ γαλανά τὰ μάτια
γεμίζανε μὲ δάκρυα θυμωμένα κι ἀβοήθητος
φώναζε: «Σὲ μ ι σ ῶ, Ἐνώχ!»· μὰ τότε
ξεκίναγε νὰ κλαίῃ ἡ μικρὴ νοικοκυρά –
ἱκέτευε – γιὰ χάρη της! – νὰ μή μαλώνουνε·
κ᾽ ἔλεγε πὼς καί τῶν δ υ ό τους θάναι νύφη.

Μά, σὰν ἡ αὐγὴ τῶν παιδικῶν τῶν χρόνων ἔφυγε
καὶ τὴ νέα θερμότητα τοῦ ἀνερχόμενου ἥλιου τῆς ζωῆς
ἔνοιωσε καθείς, κ᾽ οἱ δ υ ό τους ἐρωτευτήκανε
τὸ ἴ δ ι ο αὐτὸ κορίτσι. Πρῶτος μίλησε ὁ Ἐνώχ,
ὅμως ὁ Φίλιππος τὴν ἀγαποῦσε σιωπηλά· καὶ τὸ κορίτσι
φαινότανε νὰ συμπαθῇ περσότερο τὸ Φίλιππο,
μὰ τὸν Ἐνώχ ἀγάπαγε… χωρίς νὰ τὸ γνωρίζῃ…
Κι ἂν τὴ ρωτοῦσαν, θὰ τὸ ἀρνιόταν! Κ᾽ ἔβαλε ὀ Ἐνὼχ
ἕνα σκοπὸ στὸ νοῦ του μέσα πρῶτο:
ὅ,τι κι ἂν κέρδιζε στὴν ἄκρη νὰ τὸ βάζῃ
καὶ ν᾽ ἀγοράσῃ βάρκα καὶ σπιτικὸ νὰ στήσῃ
γιὰ τὴν Ἄννα. Πρόκοψε λοιπὸν στὸ τέλος,
γιατὶ τυχερώτερος καὶ τολμηρότερος ψαρᾶς,
στὰ δύσκολα προσεκτικώτερος, κανένας δὲν ἀνάσαινε
γιὰ λεῦγες πόσες σὲ τοῦτο τ᾽ ἀκρογιάλι
ἐκτός ἀπ᾽ τὸν Ἐνώχ… Ἐργάστηκε ἕνα χρόνο
ὡς ἔμπορος σὲ πλοῖο κ᾽ ἔγινε μὲ τὸν καιρὸ
ναύτης πρώτης. Τρίς ἐγλύτωσε τὴ ζωή του
ἀπ᾽ τῆς θάλασσας τὰ τρομερά τὰ ρεύματα
κι ὅλοι τὸν κοίταζαν μὲ δέος καὶ μ᾽ ἀγάπη…
Προτοῦ πατήσῃ τὸ Μάη στὰ εἴκοσι ὀχτώ του,
ἀγόρασε δικιά του βάρκα κ᾽ ἔχτισε τὸ σπίτι
γιὰ τὴν Ἄννα, σὰ μιὰ φωλιὰ χαρούμενη, στὴ μέση
τοῦ δρόμου τοῦ στενοῦ ποὺ πήγαινε στὸ μύλο.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπὸ τή «Μέττα Σοῦττα» στόν «Πρώιμο Βουδδισμό»

Thomas William Rhys Davids. Πρώιμος Βουδδισμός.

Ὅπως ἡ μάνα, μὲ κίνδυνο ἀκόμα καὶ τῆς ζωῆς της, προστατεύει τὸ μοναχογιό, ἔτσι νὰ καλλιεργῆται κ᾿ ἡ ἀπεριόριστη Ἀγάπη γιὰ κάθε ὄν· γιὰ ὅλον τὸν Κόσμο – πάνω, κάτω, ὁλόγυρα –, μιὰ καρδιὰ ἀγαπητικὴ καὶ σπάταλη, ἀνίδεη ἀπ᾿ τὴν αἴσθηση τῶν διαφορετικῶν ἢ ἀλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Ἂς διατηρῆται ἡ ἐπιμέλεια, ὅσο μένῃ κάποιος ξύπνιος -εἴτε στέκεται, περπατάει ἢ εἶναι ξαπλωμένος. Αὐτὴ ἡ κατάσταση τῆς καρδιᾶς εἶναι ἡ βέλτιστη στὸν Κόσμο.

Ὁ νοῦς μας δέ θὰ παλινῳδῇ. Δέ θὰ ξεστομίσουμε κουβέντα πονηρή. Θὰ συμμορφωθοῦμε μὲ φροντίδα, συμπόνια κι Ἀγάπη στὴν καρδιά -ἄδειοι ἀπὸ κακία. Καὶ θὰ καλύπτουμε κάθε ἄλλον μὲ τὶς ἀχτῖδες τῆς ἀγαπητικῆς μας σκέψης. Μ᾿ αὐτό τὸ συναίσθημα, ὡς βάση, θὰ κατακλύσουμε τὸν Κόσμο: μ᾿ ἀγαπητικὴ σκέψη, ποὺ θὰ φτάσῃ μακριά καὶ θὰ μεγαλώσῃ πολύ -ἀπεριόριστα· θἄμαστε ἄδειοι ἀπὸ θυμὸ καὶ κακὴ βούληση.

Ὅλα τὰ μέσα ποὺ λαμβάνονται ὡς βάση γιὰ τὴν Ὀρθὴ Πράξη, δέ φτουρᾶνε μπρὸς στὸ δέκατο ἕκτο μέρος τῆς ἀποδέσμευσης τῆς καρδιᾶς μέσῳ τῆς Ἀγάπης. Αὐτὴ τ᾿ ἀναλαμβάνει ὅλα, ξεπερνῶντας τα σ᾿ ἀκτινοβολία καὶ δόξα -ὅπως τὸ φῶς κάθε ἄστρου δὲν ἐπισκιάζει τὸ δέκατο ἕκτο μέρος τῆς ἀκτινοβολίας τοῦ φεγγαριοῦ. Αὐτὴ τὰ ἐπισκιάζει ὅλα τους ξεπερνῶντας τα σὲ φῶς καὶ δόξα -ὅπως στὸν τελευταῖο μῆνα τῶν βροχῶν – στὸ θερισμό –, ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει στὸν καθαρό, ἀνέφελο οὐρανό, διώχνοντας τὴ σκοτεινιὰ ἀπ᾿ τὴν ἐπικράτεια τοῦ Χώρου -λαμποκοπάει στὴ δόξα του· ὅπως, ὅταν χαράζῃ, ὁ Αὐγερινὸς ἐπισκιάζει τ᾿ ἄλλα τ᾿ ἄστρα ἔνδοξα ἀκτινοβολῶντας. Ἔτσι, τὰ μέσα ποὺ μποροῦν νὰ βοηθήσουν στὴν Ὀρθὴ Πράξη, δέ φτουρᾶνε μπρὸς στὸ δέκατο ἕκτο μέρος τῆς ἀποδέσμευσης τῆς καρδιᾶς διὰ τῆς Ἀγάπης.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπὸ τὸ ὀπισθόφυλλο τῆς «Γραμματικῆς Τέχνης»

διονύσιος-θράξ-γραμματική-τέχνη-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τῆc γραμματικῆc εἰμι τέχνηc πυξίον
εὔληπτον, εὐcύνοπτον, ἐcτενωμένον,
cαφέc, καθαρόν, εὐκρινέc -γεγραμμένον
πρὸc πεῦcιν ἰθύνουcαν εἰc ἀποκρίcειc·
ὁ γὰρ τρόποc φέριcτοc εἰc τὸ συνέχειν
ἅπαν λόγου μάχημα τοῖc λογεμπόροιc.

Ἀνάρτηση στὶς

Οἱ πρῶτοι στίχοι ἀπὸ τή «Γραμματική» τοῦ Μιχαὴλ Ψελλοῦ

μιχαήλ-ψελλός-γραμματική-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μελετῶ σοι Γραμματικῆς καὶ τῆς Ὀρθογραφίας –
πρῶτος αὕτη θεμέλιος καὶ βάσις μαθημάτων.
Οὐκ ἔστι δὲ μονότροπος οὐδὲ κοινὴ καὶ μία,
ἀλλ᾽ ἔχει γλώσσας καὶ φωνὰς καὶ πέντε διαλέκτους:
Αἰολικήν, Ἰωνικήν, Ἀτθίδα καὶ Δωρίδα
καὶ τὴν συνήθη καὶ κοινὴν καὶ κατημαξευμένην.
Ἑκάστη δὲ διάλεκτος ἔχει φωνὰς ἰδίας.
Ἡ δὲ κοινή, κἂν πέφυκεν ἄθροισμα τῶν τεσσάρων,
ἀλλ᾽ ἔστι καὶ μονότροπος, ἄλλη παρὰ τὰς ἄλλας.

Ἀνάρτηση στὶς

Τὸ φῶς φέρνει τὰ πάντα…

φάος-ηελίοιο-ήλιου-φως-ιλιάς-όμηρος-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

ἀέκουσιν ἔδυ φάος
ἀθέλητά τους ἔδυσε τὸ φῶς
Ἰλιὰς ραψῳδία Θ, στίχος 487

Τὸ φῶς φέρνει τὰ πάντα:

ζ ω ή· χαρά, εἰρήνη, γνώση, ἔρωτα·

τρόμο, φθόνο, πόλεμο καὶ μάχη· θ ά ν α τ ο.

Δέ διστάζει τὸ φῶς νὰ κάνῃ τὸ δικό του.

Ξεχνάει τὶς ἐλπίδες τοῦ ἀνθρώπου.

Δέ λογαριάζει τὴν αὐθορμησία του.

Τὸ φῶς μᾶς καθιστᾷ ὑπαρκτούς καὶ μᾶς ἐξολοθρεύει.

Οἱ ἀχτῖδες ἄλλοτε φτάνουνε χάδι στὸ δέρμα -ἄλλοτε καρφιά σὲ διαμπερῆ τραύματα.

Τὸ φῶς τὰ κάνῃ ὅλ᾿ αὐτά.

Νὰ τὸ θυμᾶται αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μήν πάῃ μακρύτερα ἀπ᾿ τὸν ἥσκιο του.

Νὰ μή ζητάῃ πολλά, ἐπειδὴ τοῦ ᾿λαχε κάτι κ᾿ ἐκεῖνος νὰ βλέπῃ..- νὰ χαίρεται τὶς μορφὲς καὶ τὰ χρώματα.

Νὰ τὸ θυμᾶται αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος.

Νἄχῃ μιὰν ἁπλότητα στὸ βλέμμα του ὅμοια μὲ τοῦ τοπίου τῆς Ἰλιάδος:

Λιθάρι πάνω σὲ λιθάρι -ἥσκιος σ᾿ ἥσκιον πάνω,
χέρι σὲ χέρι πάνω -σὲ καρδιά, καρδιά ἀλλη μέσα,
ζωή νὰ στέκῃ ὁλόγυρα καὶ θάνατος στὴ μέση.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπὸ τὸν πρόλογο γιὰ τή «Νόρμα»

ερρίκος-ίψεν-νόρμα-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Τὸ ἴδιον ἀπόγευμα, εἴδομεν τὴν Νόρμαν τοῦ Μπελλίνι, καὶ ἐξαίφνης κατενοήσαμεν: Τὸ Κοινοβούλιον ἀποτελεῖ ταλαντοῦχον λυρικὸν θίασον!.. Δέ θὰ ἐπαναλάβωμεν, εἴτε εἰς ἑμαυτούς, εἴτε εἰς τὸν ἀναγνώστην, τὴν ἅλυσον τῶν ἐπιχειρημάτων ἃ ὡδήγησαν ἡμᾶς εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο· διατί, ποῖος, ἀλήθεια, δέν γιγνώσκει τὴν μαγευτικὴν δύναμιν τῆς Μουσικῆς, ποῖος ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὴν Μουσικήν ἐδόθη ἡ ἁρμοδιότης νὰ κόπτῃ, μετὰ τοῦ ἀλεξανδρείου φασγάνου, τὸν Γόρδιον Δεσμὸν τῆς Σκέψεως καὶ νὰ ἐκτινάσσῃ ἡμᾶς πέραν τῆς σπειροειδοῦς ἀτραποῦ τῆς Λογικῆς μετὰ ταχυτήτος φωτός -νὰ μᾶς ἐναποθέτῃ εἰς τόπον ἀνέλπιστον προτέρως;!. Ὅμως, ὅσο προσεκτικώτερον ἐξητάζομεν τὴν περίπτωσιν, τοσοῦτον ἐναργεστέρα καθίστατο.

Ἀνάρτηση στὶς

Ἀπ’ τίς «Παιδικὲς μνῆμες» στή «Νύχτα τ’ Ἁγιαννιοῦ»

ερρίκος-ίψεν-νύχτα-τ-αγιαννιού-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μὰ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ, τὰ πράματα κυλοῦσαν πιό χαρούμενα: Δέ γιορταζόταν ἀπ᾽ ὅλους μαζί· τ᾽ ἀγόρια κ᾽ οἱ νέοι τῶν πόλεων χωρίζονταν σὲ συντροφιὲς τῶν πέντε-ἕξι ἀτόμων καὶ ψάχνανε νὰ βροῦν καύσιμη ὕλη γιὰ τὴ δικιά τους τὴν πυρά… Ἤδη, ἀπ᾽ τὴν Πεντηκοστή, μαζευόμασταν καὶ πηγαίναμε στὰ ναυπηγεῖα καὶ τὰ καταστήματα τοῦ Σιὲν νά «ἱκετεύσουμε» γιὰ κάνα βαρέλι πίσσα..- παράξενο ἔθιμο ποὺ βαστοῦσε ἀπὸ καιροὺς λησμονημένους… Γιὰ ὅ,τι δέν παίρναμε μὲ σύμφωνη γνώμη, μὰ τὸ κλέβαμε, μήτε ὁ ἰδιοκτήτης, μήτε ἡ ἀστυνομία σκέφτονταν ποτὲ νὰ μᾶς ἐπιπλήξουν κάπως. Ὁπότε, μιὰ συντροφιὰ ἅρπαζε ἔτσι ὁλόκληρη στοίβα ἀπὸ βαρέλια πίσσα!.. Τὸ ἴδιο πάνω χέρι εἴχαμε καὶ στὶς παληές τὶς βάρκες!: Ἂν καταφέρναμε ν᾽ ἀποφύγουμε τὰ ἐμπόδια στὴ στεριά, μπορούσαμε νὰ τὶς τραβήξουμε μακριὰ μὲ τὴν ἡσυχία μας καὶ νὰ κρατήσουμε τὰ λάφυρα· εἴχαμε μ᾽ ἀσφάλεια ἀποθηκευμένο ὅ,τι ἦταν ἰδιοκτησία μας πιὰ ἤ,.. τέλοσπάντων,.. δέν τὄχε κάποιος ἄλλος διεκδικήσει… Οἱ βάρκες περιφέρονταν – μέρες πρὶν ἀπ᾽ τὴ Νύχτα τ᾽ Ἁγιαννιοῦ – θριαμβικά στὰ σοκκάκια πρὸς τὸ σημεῖο τῆς πυρᾶς. Στὴ βάρκα μέσα καθόταν ἕνας βιολιστὴς κ᾽ ἔπαιζε· τὄχα δεῖ πολλές φορὲς καὶ κάποτε εἶχα συμμετάσχει καὶ σὲ μιὰ τέτοια πομπή…

Ἀνάρτηση στὶς

«Γέννα καὶ τοκετός» ἀπὸ τὴν «Ἀνδροδικία»

ἀνδροδικία-θεοδόσης-ἀγγ-παπαδημητρόπουλος

ΜΑΡΤΥΡΑΣ B΄:
Ἡ ἀγάπη πάντα τρυπάει τὸ λογισμό·
κ᾽ ἡ δικιά μου ἡ ἀγάπη – τοῦ πατέρα ἡ ἀγάπη –
δὲν ἔχει ἀνάλογο. Γιατὶ μπορεῖ ἡ γυναῖκα νὰ τίκτῃ,
ἀλλὰ ἀπὸ τὸν πατέρα ξεκινάει ἡ ζωή –
αὐτός γεννάει, ὅπως λέγαν οἱ Ἀρχαῖοι.

ΕΝΑΣ ΕΝΟΡΚΟΣ (Μουρμουριστά):
Ἀνάθεμα τοὺς Ἀρχαίους καὶ τί καταλαβαίνετε.

Ἀνάρτηση στὶς

«Ἐλπίδα», ἀπὸ τόν «Ἀμφιτρύωνα»

αμφιτρύων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

ΣΩΣΙΑΣ:

Γιατί βασανιζόμαστ᾽ ἔτσι;..
Πάντοτε παιδεμός…
Πάντοτε μισή ἡ ψυχή,
στὸ μέσο ἡ ἀγωνία.
Καὶ κάπου κεῖ στὴν ἄκρη
νὰ τρεμοσβήνῃ τόση δὰ
ἡ Ἐλπίδα -τὸ κοριτσάκι
μὲ τὸ φιμωμένο στόμα…

Ἀνάρτηση στὶς

Ὀπισθόφυλλο τοῦ «Πρὸς ἑαυτούς»

προς-εαυτούς-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μᾶς ρώτησε κάποτε: «Ποιός πιστεύετε πὼς εἶμαι πραγματικά;» Ἀρχίσαμε νὰ λέμε ὁ καθένας μας μὲ τὴ σειρά..- τόσες μποῦρδες μαζεμένες δέν ἔχω ματακούσει! Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, μοῦ κάνει ἐντύπωση πὼς δέ σκάσαμε στὰ γέλια. Ἀφότου μίλησε κι ὁ τελευταῖος, μᾶς κοίταξε καλά-καλά, ξέχωρα τὸν καθένα, κ’ εἶπε: «Ἀκόμα, δέν ἔχετε καταλάβει…» «Πές μας!», τοῦ φωνάξαμε. «Πές μας ἐσύ, ποιός εἶσαι τάχα!» Τότε, μᾶς ἔδειξε σιωπηλὰ ἕναν-ἕναν. Γίναμε μεμιᾶς στῆλες ἅλατος… Ὅταν ἔφτασε σὲ μένα, κοπήκανε τὰ ἥπατά μου: Σημάδευε ἴσια στὸ μέτωπο, ἀνάμεσα στὰ μάτια! Ἀπὸ μακριά, ἐκεῖνο τὸ δάχτυλο ἔδειχνε κ’ ἔκοβε σὰ λεπίδι.

Ἀνάρτηση στὶς

Πρόλογος ἀπὸ τήν «Ἀνδροδικία»

ἀνδροδικία-θεοδόσης-ἀγγ-παπαδημητρόπουλος

Κέντρο ψηλά, ἡ ΠΡΟΕΔΡΟΣ.

Ἀριστερὰ ψηλά, ἡ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ.

ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ:
Τὸ πρωὶ τῆς δευτέρας Ἰουλίου,
σύμφωνα μὲ τὴν ἰατροδικαστικὴ ἐξέταση,
βρέθηκε στὸ συζυγικὸ κρεβάτι
νεκρή, ἀπ᾽ τὴν προηγουμένη νύχτα,
ἡ γυναῖκα τοῦ κατηγορουμένου
ὕστερ᾽ ἀπὸ θανατηφόρο δόση
μορφίνης. Ἡ τοξικολογική ἐξέταση ἔδειξε
καὶ μεγάλες συγκεντρώσεις ἀλκοόλης.

Τὰ πάντα, ἀρχικῶς, κατέτειναν
στὴν περίπτωση αὐτοκτονίας.
Ἕνα στοιχεῖο, ὅμως, φανερώνει
ὅτι ἡ πράξη, στὴν πραγματικότητα,
ἦταν προσχεδιασμένη δολοφονία:
Ἐπιστολὴ ἰδιόχειρη τοῦ κατηγορουμένου,
τῆς τριακοστῆς Ἰουνίου, ἀπευθυνόμενη στὸ θῦμα,
βρέθηκε πάνω στὸν καθρέπτη τῆς κρεβατοκάμαρας·
μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρεται στὴν κατακλείδα:
Νὰ πέθαινες! Ἡ ζωή σου νἄπαυε!
Νὰ μήν εἰχα τὴ μνήμη ἀπ᾽ τὰ παληά.

Ἐπισταμένη πραγματογνωμοσύνη
ἔδειξε ὅτι εἰσήγαγε τὴ βελόνα
μὲ τὴ θανατηφόρο δόση τῆς μορφίνης
στοῦ θύματος τὴ φλέβα, κάποιος τρίτος!

Βάσει καὶ ἄλλων στοιχείων ποὺ θὰ παρουσιαστοῦν
σαφῶς καὶ καταλεπτῶς ἐν συνεχείᾳ,
ὁ κατηγορούμενος συνελήφθη
τοῦ ἐγκλήματος τὴν ἑπομένη ἡμέρα,
καὶ πλέον δικάζεται σήμερα,
ἐνώπιον τοῦ ἀξιότιμου δικαστηρίου Σας,
ὁ ἴδιος ὡς ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς
γιὰ τὴ δολοφονία τῆς συζύγου του.

Σήμερα θὰ κριθῇ καὶ θὰ δικαστῇ λοιπὸν
ἕνας ἄνδρας ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν ἐνόρκων –
ἐξίσου ἀποτελούμενο καὶ ἀπὸ τὰ δύο φῦλα.
Σήμερα θὰ ζυγισθῇ ἡ συνείδηση
ἑνὸς ἀνδρὸς ἀπ᾽ τοὺς ἐκπροσώπους
τῆς κοινωνίας μας, ὅπως ἔμαθε ἐπὶ αἰῶνες
νὰ ζῇ καὶ νὰ δέχεται τὶς πράξεις τῶν μελῶν της.
Σήμερα, γι᾽ ἄλλη μιὰ φορά, θὰ μετρηθῇ
ἡ ἴδια ἡ κοινωνία· θὰ μετρηθῇ καὶ θ᾽ ἀποφασίσῃ
ποιά μελλοντικὴ ὁδὸ θὰ ἀκολουθήσῃ.

Ἀνάρτηση στὶς

Γιὰ τὸν Μιχαὴλ Ψελλό

μιχαήλ-ψελλός-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Ὑπῆρξε ἀπ᾽ τοὺς σημαντικώτερους λογίους τῆς ἐποχῆς του στὸν πολιτισμένο κόσμο (1018-96 μ.Χ.). Ἀσχολήθηκε μὲ τὴν Πολιτική, τὴν Ἀστρονομία, τὴν Ἰατρική, τὴ Μουσικὴ Θεωρία, τὴ Θεολογία, τὴ Νομική, τὴ Φυσική, τὴ Γραμματική, τὴ Μαγεία καὶ τὴ Δαιμονολογία. Ἦταν γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας τῆς Κωνσταντινούπολης. Βαφτίστηκε Κωνσταντῖνος· ὅταν, ὄμως, εἰσῆλθε στὶς τάξεις τοῦ μοναστηρίου τῆς Βιθυνίας, ἐπέλεξε τ᾽ ὄνομα: Μιχαήλ -τοῦ ἀρχαγγέλου πού, κατὰ τὴν παράδοση, ἐλέγχει κ᾽ ὑποτάσσει τοὺς δαίμονες.

Διετέλεσε σύμβουλος αὐτοκρατόρων [Κωνσταντῖνος Θ΄ ὁ Μονομάχος (1042-55), Θεοδώρα (1055-6), γιὰ τὴ μετάβαση ἀπ᾽ τὴ βασίλεια τοῦ Ἰσαὰκ Κομνηνοῦ σ᾽ ἐκείνη τοῦ Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα (1059 -στὸν ὁποῖο ἀφιερώνεται ἡ μία ἐκ τῶν δύο σῳζομένων ἐκδοχῶν τῆς Γραμματικῆς), καθὼς κι ἀπ᾽ τοῦ Ρωμανοῦ Δ΄ τοῦ Διογένη στοῦ Μιχαὴλ Ζ΄ τοῦ Δούκα (1071)]. Ἐπειδὴ τ᾽ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα σταματοῦν γύρω στὰ 1075, ὡρισμένοι μελετητὲς πιστεύουν πώς, μᾶλλον, πέθανε λίγο μετὰ τὴν πτώση τοῦ Μιχαὴλ Ζ΄ τὸ 1078.

Εἶχε δάσκαλο τὸν ὑμνογράφο καὶ ρήτορα Ἰωάννη Μαυρόποδα. Ἔγινε πρῶτος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Κωνσταντινούπολης (Πανδιδακτήριον τῆς Μαγναύρας -ἱδρύθηκε ἀπ᾽ τὸ Θεοδόσιο Β΄ τὸ 425 μ.Χ.) ἐπὶ Κωνσταντίνου Μονομάχου, ὕστερ᾽ ἀπ᾽ τὴ μεταρρύθμιση ποὺ πρότασσε τὶς ὁμηρικὲς καὶ νεοπλατωνικὲς σπουδές, ἀντὶ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ Θεολογία κι Ἀπολογητική. Ὑπηρέτησε κι ὡς δικαστής. Ἡ παραγωγή του περιλαμβάνει: ἱστορικὰ συγγράματα· ἐπιστημονικὲς διατριβές· φιλοσοφικὲς καὶ θεολογικὲς μελέτες· δικονομικὲς καταγραφές· ρητορικοὺς λόγους· σατιρικά, ἐπιγραμματικὰ καὶ διδακτικὰ ποιήματα (ὅπως αὐτή ἡ Γραμματική)· ἐγκυκλοπαιδικὰ λήμματα· παραφράσεις ἀρχαίων ἔργων· ἐπιστολές.

Ἀνάρτηση στὶς

Γιὰ τὸν Alfred Tennyson

alfred-tennyson-george-frederik-watts-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Κυκλοφορεῖ στὶς ἐκδόσεις τὸ ἀφηγηματικὸ ποίημα Ἐνὼχ Ἄρντεν τοῦ ποιητῆ σὲ μετάφραση Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Ὁ ποιητὴς γεννήθηκε στὶς 6 Αὐγούστου 1809 στὸ Σόμερσμπυ τοῦ Λίνκολνσάιρ στὴν Ἀγγλία.

Τὸ 1823-4 γράφει τὸ πρῶτο του ἔργο: μιὰ μίμηση ἐλισαβετιανοῦ δράματος, τὸ Διάολο καὶ τὴν κυρά του. Τὸ 1827 ἐκδίδει τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογή: Ποιήματα ἀπὸ δυὸ ἀδέρφια, μαζὶ μὲ στίχους τοῦ ἀδερφοῦ του Τσάρλς. Τὴν ἴδια χρονιὰ εἰσέρχεται στὸ Κολλέγιο τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Καίμπριτζ.

Tὸ 1829 κερδίζει τὸ χρυσὸ μετάλλιο τῆς Καγκελλαρίας μὲ τὸ ποίημά του Τιμπουκτού.

Τὸ 1830 ἐκδίδεται ἡ δεύτερη συλλογή του· δυὸ χρόνια ἀργότερα ἀκολουθεῖ ἡ τρίτη, τὸ 1842 ἡ τέταρτη. Τὸ 1847 δημοσιεύεται ἡ Πριγκήπισσα.

Τὸ 1850 νυμφεύεται τὴν Ἔμιλυ Σέλλγουντ, ἐκδίδει ἀνωνύμως τὸ In memoriam κι ὁρίζεται Poet laureate («ποιητὴς στὶς ὑπηρεσίες τοῦ κράτους»). Τὸ 1852 ἐκδίδει τὴν ᾨδὴ γιὰ τὸ θάνατο τοῦ δούκα τοῦ Οὐέλλινγκτον. Τὸ 1854 γεννιέται ὁ γιός του Λάιονελ. Ἔπειτα ἀπὸ ἕνα ἕτος ἐκδίδει τὸν Μῶντ κι ἄλλα Ποιήματα. Τὸ 1859 ἀκολουθοῦν τὰ Εἰδύλλια τοῦ Βασιλιᾶ.

Τὸ 1862 πρωτοσυναντάει ἐπισήμως τὴ βασίλισσα Βικτωρία.

Τὸ 1864 ἐκδίδεται ὁ Ἐνὼχ Ἄρντεν· ὕστερα ἀπὸ πέντε χρόνια, Τὸ ἱερὸ δισκοπότηρο κι ἄλλα ποιήματα· ἔπειτα ἀπό ‘να χρόνο, Ἡ χήρα. Τὸ 1872 ἀκολουθεῖ τό: Γκάρεθ καὶ Λυνέττ, ἐνῷ τὸ 1875 τὸ δρᾶμα Βασίλισσα Μαίρη, τὸ ὁποῖο παριστάνεται τὴν ἑπόμενη χρονιά. Τὸ 1876 ἐκδίδει τὸν Χάρολντ.

Τὸ 1880 ἐκδίδει τὶς Μπαλλάντες κι ἄλλα ποιήματα καὶ τὸ 1884 Τὸ κύπελλο καὶ τὸ γεράκι, τὸν Μπέκετ κ’ ἕνα χρόνο ἀργότερα τὸν Τειρεσία κι ἄλλα ποιήματα. Τὸ 1889 ἐκδίδεται ἡ Δήμητρα κι ἄλλα ποιήματα· ἕνα χρόνο μετά, μὲ τὴ βοήθεια τῆς πρωτοεμφανιζόμενης τεχνολογίας τοῦ Ἔντισον, μαγνητοφωνεῖ ποιήματά του.

Τὸ 1899 πεθαίνει στὸ Ἄλντγουορθ.

Ὁ Alfred Tennyson ἀπαγγέλει ποίημά του.
alfred-tennyson-ενώχ-άρντεν-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος
Ἀνάρτηση στὶς

«Σὰ βούτηξε στὸν Ὠκεανό…» ἀπὸ τό «Φάος ἠελίοιο»

δύση-ηλίου-φάος-ηελίοιο-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς – γιὰ τὸ τοπίο τῆς Ἰλιάδος τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Στὰ δυό εἴχανε χωριστῆ οἱ Ὀλύμπιοι: μισοί μὲ τοὺς Ἀχαιούς -μισοί μὲ τοὺς Τρῶες· ὁ Δίας ἔμενε, ὑποτίθεται, οὐδέτερος… Ὁ ἀδελφός του Ποσειδώνας, ποὺ ταράζει τὶς πλάκες τῆς γῆς νὰ τρέμῃ στὸ σεισμό, κατέβηκε νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἀγαπημένους του Ἀχαιούς. Ὁ θεὸς τῶν θαλασσῶν! Ἕνας ἀπ᾿ τοὺς ὑδάτινους θεούς, ὄχι ὁ ἀρχαιότερος. Αὐτὸς εἶν᾿ ὁ Τιτάνας Ὠκεανὸς ποὺ περιβρέχει τὴ Γῆ καὶ στὰ σπλάχνα του σκίρτησε ἡ ζωὴ προτοῦ πατήσῃ αὐτὴ στεριά. Ὁ μέγας Ὠκεανός! Ὁ ἀκόμα καὶ σήμερα ἄγνωστος. Ἡ κοιτίδα καὶ τὸ χωνευτήρι κάθε ἀνομία μας: τῶν σκουπιδιῶν, τῶν τοξικῶν, τῶν ψόφιων ἐνεργειακά – μὰ ἐπικίνδυνων γιὰ χιλιετίες – πυρηνικῶν ἀποβλήτων, τῶν πλαστικῶν σὰν τελειώνουμε τὶς ἀγορὲς στὰ μαγαζιά… Συνέχεια στολίζουμε τὸν προπάτορα -τοῦ δωρίζουμε «πολιτισμό»… Στὶς ἀβύσσους του, μακριὰ ἀπὸ κάθε ἀχτίδα, σαλεύει ὅμως πάντοτε ζωὴ τῷ ὄντι ἀνήλιαγη! Ἐκεικάτω φαίνεται νὰ τραβάῃ στὸ τέλος τῆς μέρας τὸ ἅρμα τοῦ Ἥλιου:

Ἐν δ᾿ ἔπεσ᾿ Ὠκεανῷ λαμπρὸν φάος ἠελίοιο…
Σὰ βούτηξε στὸν Ὠκεανὸ τὸ λαμπερό τοῦ ἥλιου φῶς…
Ἰλιὰς Θ 485

Ἔτσι ἔγινε καὶ στὸ τέλος τῆς μέρας, ὅταν ὁ Δίας ἐπέβαλε τὴν οὐδετερότητα τῶν θεῶν ποὺ καταστρατήγησαν ἡ Ἥρα κι ὁ Ποσειδώνας μὲ τὰ κόλπα καὶ τὴν πονηριά τους. Ἕνα σφίξιμο στὴν καρδιὰ τέτοιαν ὥρα -ἕνας μικρὸς καθημερινὸς θάνατος… Τὴ νύχτα, ἐμεῖς τὰ καταφέρνουμε κάπως μὲ τὶς φωταγωγημένες πολιτεῖες. Τότε, ὅμως, οἱ Ἀρχαῖοι, τί νὰ προλάβαιναν μ᾿ ἕνα λυχναράκι;.. Κι ἀπὸ τί νὰ πρωτοφυλάγονταν;.. Τὸ βασίλεμα τοῦ λαμπροῦ δίσκου, τοὺς ἀποστεροῦσε – ὄνομα καὶ πρᾶμα – τὸν Κόσμο· εἴχανε φωτιά, ἀλλ᾿ αὐτὴ δέν εἰν᾿ ἠλεκτρισμός -δύσκολα μεταφέρεται. Ἔνοιωθαν τότε σὰ νὰ βουλιάζουν στὸ πηχτό σκοτάδι τοῦ Ὡκεανοῦ: στὸν ἀρχαῖο τῶν ἡμερῶν. Ἐκεῖνος, ὑδάτινη ἀγκαλιά, δέχεται τὸ φῶς· χάνονται οἱ ἀχτίδες κατεβαίνοντας στὶς τάφρους κ᾿ ἔχοντας γιὰ φορτίο τοὺς στεναγμοὺς τῶν ἀνθρώπων. Εὐρύχωρος ρέει πάντα ἐκεῖνος ἀνακυκλώνοντας τὴν ἀσχήμια… κ᾿ οἱ πόλεις τοῦ φωτός – οἱ ἀνόσιες κι ἄπληστες – ρυπαίνοντάς τον συνεχίζουν νὰ λάμπουν ἐλέῳ τοῦ δικοῦ του σκότους…

Ἀνάρτηση στὶς

«Βαθμοὶ εὐφυΐας» ἀπὸ τόν «Ἡγεμόνα»

μακιαβέλλι-ηγεμόνας-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ὁ ἡγεμόνας τοῦ Νικολὸ Μακιαβέλλι κυκλοφορεῖ σ’ ἑνιαία ἔκδοση μαζὶ μὲ τὸ θεατρικὸ ἔργο Μακιαβέλλι τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Τρεῖς βαθμοὺς εὐφυΐας διακρίνουμε στοὺς ἀνθρώπους: Στὸν πρῶτο ἀντιλαμβάνονται μοναχοί τους· στὸ δεύτερο διακρίνουν ὅ,τι οἱ ἄλλοι διδάσκουν σ᾿ αὐτούς· στὸν τρίτο, οὔτε μόνοι τους, οὔτε μὲ τὴ βοήθεια ἄλλων καταλαβαίνουνε τίποτα… Οἱ πρῶτοι ἔχουν εὐφυΐα ὑψηλότατη, οἱ δεύτεροι ὑψηλὴ κ᾿ οἱ τρίτοι χαμηλότατη.