Ἀνάρτηση στὶς

«Γέννα καὶ τοκετός» ἀπὸ τὴν «Ἀνδροδικία»

ἀνδροδικία-θεοδόσης-ἀγγ-παπαδημητρόπουλος

ΜΑΡΤΥΡΑΣ B΄:
Ἡ ἀγάπη πάντα τρυπάει τὸ λογισμό·
κ᾽ ἡ δικιά μου ἡ ἀγάπη – τοῦ πατέρα ἡ ἀγάπη –
δὲν ἔχει ἀνάλογο. Γιατὶ μπορεῖ ἡ γυναῖκα νὰ τίκτῃ,
ἀλλὰ ἀπὸ τὸν πατέρα ξεκινάει ἡ ζωή –
αὐτός γεννάει, ὅπως λέγαν οἱ Ἀρχαῖοι.

ΕΝΑΣ ΕΝΟΡΚΟΣ (Μουρμουριστά):
Ἀνάθεμα τοὺς Ἀρχαίους καὶ τί καταλαβαίνετε.

Ἀνάρτηση στὶς

«Ἐλπίδα», ἀπὸ τόν «Ἀμφιτρύωνα»

αμφιτρύων-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

ΣΩΣΙΑΣ:

Γιατί βασανιζόμαστ᾽ ἔτσι;..
Πάντοτε παιδεμός…
Πάντοτε μισή ἡ ψυχή,
στὸ μέσο ἡ ἀγωνία.
Καὶ κάπου κεῖ στὴν ἄκρη
νὰ τρεμοσβήνῃ τόση δὰ
ἡ Ἐλπίδα -τὸ κοριτσάκι
μὲ τὸ φιμωμένο στόμα…

Ἀνάρτηση στὶς

Ὀπισθόφυλλο τοῦ «Πρὸς ἑαυτούς»

προς-εαυτούς-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Μᾶς ρώτησε κάποτε: «Ποιός πιστεύετε πὼς εἶμαι πραγματικά;» Ἀρχίσαμε νὰ λέμε ὁ καθένας μας μὲ τὴ σειρά..- τόσες μποῦρδες μαζεμένες δέν ἔχω ματακούσει! Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, μοῦ κάνει ἐντύπωση πὼς δέ σκάσαμε στὰ γέλια. Ἀφότου μίλησε κι ὁ τελευταῖος, μᾶς κοίταξε καλά-καλά, ξέχωρα τὸν καθένα, κ’ εἶπε: «Ἀκόμα, δέν ἔχετε καταλάβει…» «Πές μας!», τοῦ φωνάξαμε. «Πές μας ἐσύ, ποιός εἶσαι τάχα!» Τότε, μᾶς ἔδειξε σιωπηλὰ ἕναν-ἕναν. Γίναμε μεμιᾶς στῆλες ἅλατος… Ὅταν ἔφτασε σὲ μένα, κοπήκανε τὰ ἥπατά μου: Σημάδευε ἴσια στὸ μέτωπο, ἀνάμεσα στὰ μάτια! Ἀπὸ μακριά, ἐκεῖνο τὸ δάχτυλο ἔδειχνε κ’ ἔκοβε σὰ λεπίδι.

Ἀνάρτηση στὶς

Πρόλογος ἀπὸ τήν «Ἀνδροδικία»

ἀνδροδικία-θεοδόσης-ἀγγ-παπαδημητρόπουλος

Κέντρο ψηλά, ἡ ΠΡΟΕΔΡΟΣ.

Ἀριστερὰ ψηλά, ἡ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ.

ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ:
Τὸ πρωὶ τῆς δευτέρας Ἰουλίου,
σύμφωνα μὲ τὴν ἰατροδικαστικὴ ἐξέταση,
βρέθηκε στὸ συζυγικὸ κρεβάτι
νεκρή, ἀπ᾽ τὴν προηγουμένη νύχτα,
ἡ γυναῖκα τοῦ κατηγορουμένου
ὕστερ᾽ ἀπὸ θανατηφόρο δόση
μορφίνης. Ἡ τοξικολογική ἐξέταση ἔδειξε
καὶ μεγάλες συγκεντρώσεις ἀλκοόλης.

Τὰ πάντα, ἀρχικῶς, κατέτειναν
στὴν περίπτωση αὐτοκτονίας.
Ἕνα στοιχεῖο, ὅμως, φανερώνει
ὅτι ἡ πράξη, στὴν πραγματικότητα,
ἦταν προσχεδιασμένη δολοφονία:
Ἐπιστολὴ ἰδιόχειρη τοῦ κατηγορουμένου,
τῆς τριακοστῆς Ἰουνίου, ἀπευθυνόμενη στὸ θῦμα,
βρέθηκε πάνω στὸν καθρέπτη τῆς κρεβατοκάμαρας·
μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρεται στὴν κατακλείδα:
Νὰ πέθαινες! Ἡ ζωή σου νἄπαυε!
Νὰ μήν εἰχα τὴ μνήμη ἀπ᾽ τὰ παληά.

Ἐπισταμένη πραγματογνωμοσύνη
ἔδειξε ὅτι εἰσήγαγε τὴ βελόνα
μὲ τὴ θανατηφόρο δόση τῆς μορφίνης
στοῦ θύματος τὴ φλέβα, κάποιος τρίτος!

Βάσει καὶ ἄλλων στοιχείων ποὺ θὰ παρουσιαστοῦν
σαφῶς καὶ καταλεπτῶς ἐν συνεχείᾳ,
ὁ κατηγορούμενος συνελήφθη
τοῦ ἐγκλήματος τὴν ἑπομένη ἡμέρα,
καὶ πλέον δικάζεται σήμερα,
ἐνώπιον τοῦ ἀξιότιμου δικαστηρίου Σας,
ὁ ἴδιος ὡς ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς
γιὰ τὴ δολοφονία τῆς συζύγου του.

Σήμερα θὰ κριθῇ καὶ θὰ δικαστῇ λοιπὸν
ἕνας ἄνδρας ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν ἐνόρκων –
ἐξίσου ἀποτελούμενο καὶ ἀπὸ τὰ δύο φῦλα.
Σήμερα θὰ ζυγισθῇ ἡ συνείδηση
ἑνὸς ἀνδρὸς ἀπ᾽ τοὺς ἐκπροσώπους
τῆς κοινωνίας μας, ὅπως ἔμαθε ἐπὶ αἰῶνες
νὰ ζῇ καὶ νὰ δέχεται τὶς πράξεις τῶν μελῶν της.
Σήμερα, γι᾽ ἄλλη μιὰ φορά, θὰ μετρηθῇ
ἡ ἴδια ἡ κοινωνία· θὰ μετρηθῇ καὶ θ᾽ ἀποφασίσῃ
ποιά μελλοντικὴ ὁδὸ θὰ ἀκολουθήσῃ.

Ἀνάρτηση στὶς

Γιὰ τὸν Μιχαὴλ Ψελλό

μιχαήλ-ψελλός-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

Ὑπῆρξε ἀπ᾽ τοὺς σημαντικώτερους λογίους τῆς ἐποχῆς του στὸν πολιτισμένο κόσμο (1018-96 μ.Χ.). Ἀσχολήθηκε μὲ τὴν Πολιτική, τὴν Ἀστρονομία, τὴν Ἰατρική, τὴ Μουσικὴ Θεωρία, τὴ Θεολογία, τὴ Νομική, τὴ Φυσική, τὴ Γραμματική, τὴ Μαγεία καὶ τὴ Δαιμονολογία. Ἦταν γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας τῆς Κωνσταντινούπολης. Βαφτίστηκε Κωνσταντῖνος· ὅταν, ὄμως, εἰσῆλθε στὶς τάξεις τοῦ μοναστηρίου τῆς Βιθυνίας, ἐπέλεξε τ᾽ ὄνομα: Μιχαήλ -τοῦ ἀρχαγγέλου πού, κατὰ τὴν παράδοση, ἐλέγχει κ᾽ ὑποτάσσει τοὺς δαίμονες.

Διετέλεσε σύμβουλος αὐτοκρατόρων [Κωνσταντῖνος Θ΄ ὁ Μονομάχος (1042-55), Θεοδώρα (1055-6), γιὰ τὴ μετάβαση ἀπ᾽ τὴ βασίλεια τοῦ Ἰσαὰκ Κομνηνοῦ σ᾽ ἐκείνη τοῦ Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα (1059 -στὸν ὁποῖο ἀφιερώνεται ἡ μία ἐκ τῶν δύο σῳζομένων ἐκδοχῶν τῆς Γραμματικῆς), καθὼς κι ἀπ᾽ τοῦ Ρωμανοῦ Δ΄ τοῦ Διογένη στοῦ Μιχαὴλ Ζ΄ τοῦ Δούκα (1071)]. Ἐπειδὴ τ᾽ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα σταματοῦν γύρω στὰ 1075, ὡρισμένοι μελετητὲς πιστεύουν πώς, μᾶλλον, πέθανε λίγο μετὰ τὴν πτώση τοῦ Μιχαὴλ Ζ΄ τὸ 1078.

Εἶχε δάσκαλο τὸν ὑμνογράφο καὶ ρήτορα Ἰωάννη Μαυρόποδα. Ἔγινε πρῶτος καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Κωνσταντινούπολης (Πανδιδακτήριον τῆς Μαγναύρας -ἱδρύθηκε ἀπ᾽ τὸ Θεοδόσιο Β΄ τὸ 425 μ.Χ.) ἐπὶ Κωνσταντίνου Μονομάχου, ὕστερ᾽ ἀπ᾽ τὴ μεταρρύθμιση ποὺ πρότασσε τὶς ὁμηρικὲς καὶ νεοπλατωνικὲς σπουδές, ἀντὶ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ Θεολογία κι Ἀπολογητική. Ὑπηρέτησε κι ὡς δικαστής. Ἡ παραγωγή του περιλαμβάνει: ἱστορικὰ συγγράματα· ἐπιστημονικὲς διατριβές· φιλοσοφικὲς καὶ θεολογικὲς μελέτες· δικονομικὲς καταγραφές· ρητορικοὺς λόγους· σατιρικά, ἐπιγραμματικὰ καὶ διδακτικὰ ποιήματα (ὅπως αὐτή ἡ Γραμματική)· ἐγκυκλοπαιδικὰ λήμματα· παραφράσεις ἀρχαίων ἔργων· ἐπιστολές.

Ἀνάρτηση στὶς

Γιὰ τὸν Alfred Tennyson

alfred-tennyson-george-frederik-watts-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Κυκλοφορεῖ στὶς ἐκδόσεις τὸ ἀφηγηματικὸ ποίημα Ἐνὼχ Ἄρντεν τοῦ ποιητῆ σὲ μετάφραση Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Ὁ ποιητὴς γεννήθηκε στὶς 6 Αὐγούστου 1809 στὸ Σόμερσμπυ τοῦ Λίνκολνσάιρ στὴν Ἀγγλία.

Τὸ 1823-4 γράφει τὸ πρῶτο του ἔργο: μιὰ μίμηση ἐλισαβετιανοῦ δράματος, τὸ Διάολο καὶ τὴν κυρά του. Τὸ 1827 ἐκδίδει τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογή: Ποιήματα ἀπὸ δυὸ ἀδέρφια, μαζὶ μὲ στίχους τοῦ ἀδερφοῦ του Τσάρλς. Τὴν ἴδια χρονιὰ εἰσέρχεται στὸ Κολλέγιο τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Καίμπριτζ.

Tὸ 1829 κερδίζει τὸ χρυσὸ μετάλλιο τῆς Καγκελλαρίας μὲ τὸ ποίημά του Τιμπουκτού.

Τὸ 1830 ἐκδίδεται ἡ δεύτερη συλλογή του· δυὸ χρόνια ἀργότερα ἀκολουθεῖ ἡ τρίτη, τὸ 1842 ἡ τέταρτη. Τὸ 1847 δημοσιεύεται ἡ Πριγκήπισσα.

Τὸ 1850 νυμφεύεται τὴν Ἔμιλυ Σέλλγουντ, ἐκδίδει ἀνωνύμως τὸ In memoriam κι ὁρίζεται Poet laureate («ποιητὴς στὶς ὑπηρεσίες τοῦ κράτους»). Τὸ 1852 ἐκδίδει τὴν ᾨδὴ γιὰ τὸ θάνατο τοῦ δούκα τοῦ Οὐέλλινγκτον. Τὸ 1854 γεννιέται ὁ γιός του Λάιονελ. Ἔπειτα ἀπὸ ἕνα ἕτος ἐκδίδει τὸν Μῶντ κι ἄλλα Ποιήματα. Τὸ 1859 ἀκολουθοῦν τὰ Εἰδύλλια τοῦ Βασιλιᾶ.

Τὸ 1862 πρωτοσυναντάει ἐπισήμως τὴ βασίλισσα Βικτωρία.

Τὸ 1864 ἐκδίδεται ὁ Ἐνὼχ Ἄρντεν· ὕστερα ἀπὸ πέντε χρόνια, Τὸ ἱερὸ δισκοπότηρο κι ἄλλα ποιήματα· ἔπειτα ἀπό ‘να χρόνο, Ἡ χήρα. Τὸ 1872 ἀκολουθεῖ τό: Γκάρεθ καὶ Λυνέττ, ἐνῷ τὸ 1875 τὸ δρᾶμα Βασίλισσα Μαίρη, τὸ ὁποῖο παριστάνεται τὴν ἑπόμενη χρονιά. Τὸ 1876 ἐκδίδει τὸν Χάρολντ.

Τὸ 1880 ἐκδίδει τὶς Μπαλλάντες κι ἄλλα ποιήματα καὶ τὸ 1884 Τὸ κύπελλο καὶ τὸ γεράκι, τὸν Μπέκετ κ’ ἕνα χρόνο ἀργότερα τὸν Τειρεσία κι ἄλλα ποιήματα. Τὸ 1889 ἐκδίδεται ἡ Δήμητρα κι ἄλλα ποιήματα· ἕνα χρόνο μετά, μὲ τὴ βοήθεια τῆς πρωτοεμφανιζόμενης τεχνολογίας τοῦ Ἔντισον, μαγνητοφωνεῖ ποιήματά του.

Τὸ 1899 πεθαίνει στὸ Ἄλντγουορθ.

Ὁ Alfred Tennyson ἀπαγγέλει ποίημά του.
alfred-tennyson-ενώχ-άρντεν-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος
Ἀνάρτηση στὶς

«Σὰ βούτηξε στὸν Ὠκεανό…» ἀπὸ τό «Φάος ἠελίοιο»

δύση-ηλίου-φάος-ηελίοιο-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ἀπὸ Φάος ἠελίοιο – Ἥλιου φῶς – γιὰ τὸ τοπίο τῆς Ἰλιάδος τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Στὰ δυό εἴχανε χωριστῆ οἱ Ὀλύμπιοι: μισοί μὲ τοὺς Ἀχαιούς -μισοί μὲ τοὺς Τρῶες· ὁ Δίας ἔμενε, ὑποτίθεται, οὐδέτερος… Ὁ ἀδελφός του Ποσειδώνας, ποὺ ταράζει τὶς πλάκες τῆς γῆς νὰ τρέμῃ στὸ σεισμό, κατέβηκε νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἀγαπημένους του Ἀχαιούς. Ὁ θεὸς τῶν θαλασσῶν! Ἕνας ἀπ᾿ τοὺς ὑδάτινους θεούς, ὄχι ὁ ἀρχαιότερος. Αὐτὸς εἶν᾿ ὁ Τιτάνας Ὠκεανὸς ποὺ περιβρέχει τὴ Γῆ καὶ στὰ σπλάχνα του σκίρτησε ἡ ζωὴ προτοῦ πατήσῃ αὐτὴ στεριά. Ὁ μέγας Ὠκεανός! Ὁ ἀκόμα καὶ σήμερα ἄγνωστος. Ἡ κοιτίδα καὶ τὸ χωνευτήρι κάθε ἀνομία μας: τῶν σκουπιδιῶν, τῶν τοξικῶν, τῶν ψόφιων ἐνεργειακά – μὰ ἐπικίνδυνων γιὰ χιλιετίες – πυρηνικῶν ἀποβλήτων, τῶν πλαστικῶν σὰν τελειώνουμε τὶς ἀγορὲς στὰ μαγαζιά… Συνέχεια στολίζουμε τὸν προπάτορα -τοῦ δωρίζουμε «πολιτισμό»… Στὶς ἀβύσσους του, μακριὰ ἀπὸ κάθε ἀχτίδα, σαλεύει ὅμως πάντοτε ζωὴ τῷ ὄντι ἀνήλιαγη! Ἐκεικάτω φαίνεται νὰ τραβάῃ στὸ τέλος τῆς μέρας τὸ ἅρμα τοῦ Ἥλιου:

Ἐν δ᾿ ἔπεσ᾿ Ὠκεανῷ λαμπρὸν φάος ἠελίοιο…
Σὰ βούτηξε στὸν Ὠκεανὸ τὸ λαμπερό τοῦ ἥλιου φῶς…
Ἰλιὰς Θ 485

Ἔτσι ἔγινε καὶ στὸ τέλος τῆς μέρας, ὅταν ὁ Δίας ἐπέβαλε τὴν οὐδετερότητα τῶν θεῶν ποὺ καταστρατήγησαν ἡ Ἥρα κι ὁ Ποσειδώνας μὲ τὰ κόλπα καὶ τὴν πονηριά τους. Ἕνα σφίξιμο στὴν καρδιὰ τέτοιαν ὥρα -ἕνας μικρὸς καθημερινὸς θάνατος… Τὴ νύχτα, ἐμεῖς τὰ καταφέρνουμε κάπως μὲ τὶς φωταγωγημένες πολιτεῖες. Τότε, ὅμως, οἱ Ἀρχαῖοι, τί νὰ προλάβαιναν μ᾿ ἕνα λυχναράκι;.. Κι ἀπὸ τί νὰ πρωτοφυλάγονταν;.. Τὸ βασίλεμα τοῦ λαμπροῦ δίσκου, τοὺς ἀποστεροῦσε – ὄνομα καὶ πρᾶμα – τὸν Κόσμο· εἴχανε φωτιά, ἀλλ᾿ αὐτὴ δέν εἰν᾿ ἠλεκτρισμός -δύσκολα μεταφέρεται. Ἔνοιωθαν τότε σὰ νὰ βουλιάζουν στὸ πηχτό σκοτάδι τοῦ Ὡκεανοῦ: στὸν ἀρχαῖο τῶν ἡμερῶν. Ἐκεῖνος, ὑδάτινη ἀγκαλιά, δέχεται τὸ φῶς· χάνονται οἱ ἀχτίδες κατεβαίνοντας στὶς τάφρους κ᾿ ἔχοντας γιὰ φορτίο τοὺς στεναγμοὺς τῶν ἀνθρώπων. Εὐρύχωρος ρέει πάντα ἐκεῖνος ἀνακυκλώνοντας τὴν ἀσχήμια… κ᾿ οἱ πόλεις τοῦ φωτός – οἱ ἀνόσιες κι ἄπληστες – ρυπαίνοντάς τον συνεχίζουν νὰ λάμπουν ἐλέῳ τοῦ δικοῦ του σκότους…

Ἀνάρτηση στὶς

«Βαθμοὶ εὐφυΐας» ἀπὸ τόν «Ἡγεμόνα»

μακιαβέλλι-ηγεμόνας-θεοδόσης-αγγ-παπαδημητρόπουλος

[Ὁ ἡγεμόνας τοῦ Νικολὸ Μακιαβέλλι κυκλοφορεῖ σ’ ἑνιαία ἔκδοση μαζὶ μὲ τὸ θεατρικὸ ἔργο Μακιαβέλλι τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου.]

Τρεῖς βαθμοὺς εὐφυΐας διακρίνουμε στοὺς ἀνθρώπους: Στὸν πρῶτο ἀντιλαμβάνονται μοναχοί τους· στὸ δεύτερο διακρίνουν ὅ,τι οἱ ἄλλοι διδάσκουν σ᾿ αὐτούς· στὸν τρίτο, οὔτε μόνοι τους, οὔτε μὲ τὴ βοήθεια ἄλλων καταλαβαίνουνε τίποτα… Οἱ πρῶτοι ἔχουν εὐφυΐα ὑψηλότατη, οἱ δεύτεροι ὑψηλὴ κ᾿ οἱ τρίτοι χαμηλότατη.